ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Επιθυμώ να κάνω ταινίες με το τίποτα, για το τίποτα

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Είμαι ακραίος άνθρωπος», λέει ο σκηνοθέτης Νίκος Παναγιωτόπουλος. «Απορώ μερικές φορές πώς δεν έχω καταλήξει κλοσάρ. Ευτύχησα στη ζωή μου να κάνω αυτό που ήθελα» (φωτ. Νίκος Κοκκαλιάς).

«Η ομορφιά είναι αίνιγμα», «τα γηρατειά άσχημο πράγμα». Οι δύο φράσεις δεν συνδέονται μεταξύ τους. Την πρώτη, δανεισμένη από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, προφέρει ο κεντρικός ήρωας της ταινίας «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου» (2002). Η δεύτερη είναι σκέψη του ίδιου του σκηνοθέτη· τα 72 του χρόνια μπορεί να μην του φαίνονται καθόλου, όμως τον βαραίνουν. Περισσότερο αυτάρκης και πάντα μάχιμος, αναρωτιέται: «Τι είναι γέρος; Κάποιος χωρίς σώμα». Και αυτό το λέει ο σκηνοθέτης που δηλώνει «πιο πολύ άνθρωπος του σώματος από ό,τι άνθρωπος του πνεύματος».

Αν πούμε ότι ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είναι «συμφιλιωμένος με τον χρόνο» θα ηχήσει σαν χιλιοειπωμένο κλισέ. Και αν πούμε ότι είναι «συμφιλιωμένος με τον εαυτό του» θα καγχάσει: «Δεν έχεις και άλλη λύση εδώ που τα λέμε, αν δεν θέλεις να γίνεις γελοίος». Από την περασμένη Πέμπτη προβάλλεται η 16η ταινία του, «Λιμουζίνα». Δεν έχει σημασία αν αρέσει ή όχι στους κριτικούς, στο κοινό. Γιατί ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έχει πλέον δημιουργήσει το δικό του κινηματογραφικό σύμπαν, το οποίο συνθέτει ορμητικά εδώ και τέσσερις δεκαετίες, από το 1974 που εμφανίστηκε με «Τα χρώματα της Ιριδος». Ενα σύμπαν αρκετά αυθαίρετο, σαρκαστικό, υπονομευτικό, οικείο και την ίδια στιγμή αποδομητικό, που καταργεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο πραγματικό και το ψευδαισθητικό, που αγαπάει πολύ τη γαλλική νουβέλ βαγκ είτε γυρίζει νουάρ, είτε ταινία περιπλάνησης, είτε ιστορία έρωτα, πάθους και αυτοκαταστροφής.

Δύο πράγματα ήταν σταθερά στον Νίκο Παναγιωτόπουλο. Το σπίτι που έμενε στη Ραβινέ (μια παλιά μονοκατοικία, με ενοίκιο) και η ικανότητά του να απαντάει στις συνεντεύξεις με τρόπο απρόβλεπτο, προκλητικό και παράδοξο. Ακόμη κι αν αυτό είχε κόστος. Εν ολίγοις: χειρίζεται τις λέξεις όπως και την κάμερα. Η μία από τις δύο σταθερές, δεν υπάρχει πια. Μετακόμισε από τη Ραβινέ, ύστερα από 40 χρόνια, σε ένα διαμέρισμα ιδιόκτητο στην Ηροδότου, κληρονομικό της γυναίκας του, στενής συνεργάτιδος και συνοδοιπόρου του, της ενδυματολόγου Μαριάννας Σπανουδάκη. Αν και, όπως λέει ο ίδιος, «μια μετακόμιση είναι πιο δύσκολη υπόθεση από μια ταινία», το σπίτι είναι ακριβώς το ίδιο. Τίποτα δεν άλλαξε. Από τη διάταξη των επίπλων μέχρι τον βαρύθυμο, εντυπωσιακά όμορφο άσπρο γάτο, την αστική – καλλιτεχνική, φιλόξενη ατμόσφαιρά του.

Αυτή τη φορά είπαμε να μην κάνουμε συνέντευξη, «με αφορμή την έξοδο της νέας του ταινίας στις αίθουσες», όπως είθισται. Να μη μιλήσουμε για τη «Λιμουζίνα». Εξάλλου όπως σχολιάζει και ο ίδιος, «όταν κάνω μια ταινία είναι γιατί θέλω να κάνω κάτι, όχι για να πω κάτι. Αν ήξερα τι ήθελα να πω θα το έλεγα, δεν θα γύριζα ταινία. Το σινεμά είναι μέρος της καθημερινότητάς μου. Η φιλοδοξία μου είναι να κάνω ταινίες με το τίποτα, για το τίποτα».

Αλλες δύο στα σκαριά

Το οποίο μεταφράζεται σε χαμηλό κόστος παραγωγής και εντυπωσιακή κινητικότητα: τον Μάιο θα γυρίσει μια άλλη ταινία, την «Κόρη του Ρέμπραντ», κωμωδία, και τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο την επόμενη, εμπνευσμένη από μια νουβέλα του Τζόζεφ Ροτ, τον «Θρύλο του Αγίου Πότη» (γράφει ήδη το σενάριο με την Εύα Στεφανή).

Το μόνο που δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς για τον Νίκο Παναγιωτόπουλο είναι ότι πρόκειται για έναν βολικό άνθρωπο. Υπέρ των μετωπικών συγκρούσεων και αναμετρήσεων, διατηρούσε πάντα μια στάση φαινομενικά «αφ’ υψηλού». Η αλήθεια είναι, όμως, ότι απεχθάνεται το βόλεμα, γι’ αυτό και ανανεώνει διαρκώς τις γωνίες του (όχι μόνο τις κινηματογραφικές), αναζητεί διαφορετικούς κάθε φορά εκφραστικούς δρόμους. Το επιβεβαιώνει με τον τρόπο του: «Κάποτε έδινα πολλή σημασία στις κριτικές. Τώρα δεν δίνω. Τα γενικής αποδοχής έργα με φέρνουν σε αμηχανία… Τώρα που μεγάλωσα, σκέφτομαι ότι καλό θα ήταν να υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι που δεν θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Ολοι όσοι θέλησαν να τον αλλάξουν, εξάλλου, τον σακάτεψαν. Η αλλαγή είναι μια πάρα πολύ αργή διαδικασία, δεν γίνεται με σπασμωδικές κινήσεις».

Σταθερός στις αξίες του

«Η Λιμουζίνα», που έχει υπότιτλο «Κωμωδία παρεξηγήσεων», και ξεκινάει από το Παρίσι της δεκαετίας του ’60 για να φτάσει στην Ελλάδα του σήμερα, έχει μια αδυναμία στα παριζιάνικα καφέ, την εποχή της παντοκρατορίας τους. «Εχω περάσει τη μισή ζωή μου σε καφέ. Τα λατρεύω», αντιδρά με ζέση ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. «Πιστεύω ότι ένας λόγος της παρακμής της Γαλλίας είναι γιατί μείωσε τα καφέ της. Ηταν πανεπιστήμια. Τα δωμάτιά μας στο Παρίσι ήταν πολύ μικρά και χωρίς θέρμανση. Ντυνόμαστε για να κοιμηθούμε, γιατί κρυώναμε... Περνούσαμε όλοι μας τη ζωή στα καφενεία. Φιλόσοφοι, καλλιτέχνες και πόρνες. Στην Ελλάδα δεν είναι το ίδιο, γιατί δεν υπάρχει πνευματική ζωή με διαμάχες. Κάνω, για παράδειγμα, μια ταινία και αν δεν αρέσει του άλλου, το παίρνει προσωπικά. Με βλέπει και αλλάζει πεζοδρόμιο. Μου το έλεγε και ο Ελύτης. Οταν έκανε το “Αξιον Εστί” οι άνθρωποι άλλαζαν πεζοδρόμιο. Αντί να αντιπαρατεθούν, να γίνει διάλογος…».

Φανατικός πολέμιος του ρεαλισμού («ο ρεαλισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα ρηχά μυαλά αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα», έχει ισχυριστεί στο παρελθόν) διανύει και σε αυτήν την ταινία του άλλη μια παράξενη διαδρομή, επί της ουσίας, εκτός τόπου και χρόνου. Ο Μπέκετ συναντά τον Αραμπάλ, η κεντρική ηρωίδα μπερδεύει τον Αρθουρ Μίλερ με τον Νόρμαν Μέιλερ, οι αφορισμοί ακολουθούν τη ροή διαλόγου, ο σουρεαλισμός και η αυθαιρεσία είναι η μόνη πραγματικότητα. «Κάνοντας μια ταινία, υποχρεωτικά απευθύνεσαι στο κοινό. Οταν όμως γαργαλάς το κοινό, δεν προάγεις τίποτα. Ο,τι κίνησε την ανθρωπότητα, ήταν έργα που δεν διαβάστηκαν από εκατομμύρια». Παρότι την άποψη αυτή είχε διατυπώσει ο σκηνοθέτης πριν από μια 20ετία («Καθημερινή», 11/1993), παραμένει μία από τις σταθερές αξίες του.

Και αν διαλέγαμε μία φράση του, ως κρίσιμη ψηφίδα σε ένα ημιτελές σημείωμα – πορτρέτο του, το οποίο θα είχε στη θέση των χαρακτηριστικών ρήσεις και αντιρρήσεις του, θα ήταν αυτή, από μια άλλη συνέντευξή του («Κ», 10/2002): «Είμαι ακραίος άνθρωπος. Απορώ μερικές φορές πώς δεν έχω καταλήξει κλοσάρ. Ευτύχησα στη ζωή μου να κάνω αυτό που ήθελα». Η αντοχή της φράσης αυξάνεται στον χρόνο αν σκεφτεί κανείς ότι ο Ν. Παναγιωτόπουλος κατευόδωσε μόλις τη 16η ταινία του, για να ασχοληθεί με τη 17η, ενώ έχει στα σκαριά τη 18η…

Οδοιπορικό ενηλικίωσης

Η «Λιμουζίνα» είναι ελεύθερη απόδοση της συλλογής διηγημάτων «Περιπέτειες στην Ευρώπη» του φίλου του Ν. Παναγιωτόπουλου, από το Παρίσι, Ζάχου Ε. Παπαζαχαρίου. Η Γαλλίδα Κολέτ, από τη Λιμόζ, ξεκινά ένα ταξίδι με αυτοκίνητο. Συντροφιά της έχει τον Γερμανό Μαξ, που είναι ερωτευμένος μαζί της, και τον Ελληνα συγγραφέα Μάρκο, που την ακολουθούν σε ένα «οδοιπορικό ενηλικίωσης». «Αυτή η ταινία ήρθε την κατάλληλη στιγμή», σημειώνει ο σκηνοθέτης. «Απελευθερωμένος, λόγω ηλικίας ίσως, από ανόητες αναστολές, μπόρεσα να τιμήσω ένα σινεμά, μιας εποχής που οι ταινίες δεν είχαν ακόμα υπογράψει με το κοινό συμφωνητικό αληθοφάνειας».

Πρωταγωνιστούν: Νίκος Κουρής, Δούκισσα Νομικού, Δημήτρης Καταλειφός, Παύλος Χαϊκάλης, Τάκης Σπυριδάκης, Σταμάτης Φασουλής, Ακύλλας Καραζήσης, Στάθης Λιβαθινός, Αντριαν Φρίλινγκ, Δημήτρης Πιατάς, Μάκης Παπαδημητρίου, Νίκος Χανακούλας. Στην ταινία εμφανίζεται και ο Λευτέρης Βογιατζής σε ένα κινηματογραφικό, φιλικό, πέρασμα, που έμελλε να είναι το τελευταίο. Η φωτογραφία είναι του Κωστή Γκίκα, τα σκηνικά του Διονύση Φωτόπουλου, τα κοστούμια της Μαριάννας Σπανουδάκη.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ