Στάθης Ν. Καλύβας* ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Πώς γίνεσαι εθνικός ήρωας;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εθνικός ήρωας γίνεσαι, θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος, μέσω των ανδραγαθημάτων σου για την πατρίδα. Η πραγματικότητα όμως είναι αρκετά διαφορετική, όπως διαπίστωσα διαβάζοντας ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε από το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ηρωες των Ελλήνων: Οι καπετάνιοι, τα παλικάρια και η αναγνώριση των εθνικών αγώνων, 19ος-20ός αιώνας», σε επιμέλεια του Βασίλη Γούναρη. Πρόκειται για ένα εξαιρετικής ποιότητας συλλογικό έργο, που περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια το πώς το ελληνικό κράτος αναγνώρισε τους εθνικούς του ήρωες σε τρεις κρίσιμες ιστορικές καμπές: τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, τον Μακεδονικό Αγώνα και την εθνική αντίσταση. Διατρέχοντας το έργο αυτό, διαπιστώνει κανείς πως η κρατική αναγνώριση ηρωισμών και ηρώων κάθε άλλο από απλή και άμεμπτη διαδικασία υπήρξε.

Οι εθνικοί ήρωες αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας των εθνικών κρατών αφού εμπνέουν την κοινωνία και νομιμοποιούν το εθνικό κράτος. Από την άποψη αυτή, η αναγνώριση και βράβευση των ηρώων αποτελεί θεμελιώδη λειτουργία του κράτους. Αν όμως δούμε τα πράγματα από κοντά, θα διακρίνουμε δύο μεγάλες αντιφάσεις. Η ηρωική πράξη είναι κατεξοχήν ανιδιοτελής, γι’ αυτό και στην ιδανική της μορφή ταυτίζεται με την αυτοθυσία. Στην πραγματικότητα όμως, οι περισσότεροι εν δυνάμει ήρωες επιζούν και η πρώτη αντίφαση προκύπτει από το γεγονός πως στη συνέχεια επιδιώκουν, συνήθως με δυναμικό τρόπο, την ανταμοιβή τους, μια επιδίωξη που είναι προφανώς ιδιοτελής. Η δεύτερη αντίφαση αφορά τη σχέση ανάμεσα στην ανάδειξη ηρώων και την έκβαση του εγχειρήματος στο οποίο ενεπλάκησαν. Κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει σχέση, αφού η ηρωική πράξη αποτελεί κατεξοχήν ατομική πρωτοβουλία. Στην πράξη, όμως, δύσκολα αναδεικνύονται ήρωες σε στρατιωτικές περιπέτειες με ατυχή έκβαση, όπως π.χ. το 1897 ή το 1922.

Δίπλα στις δύο αυτές αντιφάσεις υπάρχει και μια ιδιαιτερότητα: η αναγνώριση ηρώων στην Ελλάδα αφορά σε μεγάλο βαθμό τη δράση άτακτων στρατών (εξ ου και η αναφορά σε «παλικάρια και καπετάνιους»). Το στοιχείο αυτό, που σχετίζεται με την ελληνική στρατιωτική ιστορία, έχει σημαντικές συνέπειες καθώς η αναγνώριση της δράσης ατάκτων είναι δυσχερής. Αντίθετα όμως από ό,τι θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος, αυτό δεν οδήγησε σε περιορισμό της αναγνώρισης των αγωνιστών (και την αντίστοιχη «αδικία») αλλά στην επέκταση και εντέλει στον πληθωρισμό της. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς το πώς φτάσαμε εκεί.

Η αναγνώριση των ηρώων υπήρξε πάντοτε βαθύτατα πολιτική πράξη, ουσιαστικά προϊόν πολιτικής ανταλλαγής. Από τη μια μεριά το κράτος και οι εκάστοτε κυβερνήσεις προσπορίζονταν ένα σημαντικό πολιτικό όφελος δημιουργώντας εκτεταμένα πελατειακά δίκτυα που βασίζονταν στην αναγνώριση των αγωνιστών, και από την άλλη, οι κρατικά αναγνωρισμένοι αγωνιστές αποκτούσαν πρόσβαση στην εξουσία καθώς και χρηματικά (και άλλα) οφέλη. Ο Μακεδονικός Αγώνας αποτελεί ένα έξοχο παράδειγμα ως προς αυτό, αλλά εκεί όπου τα πράγματα αποκτούν εκρηκτικές διαστάσεις είναι η δεκαετία του ’40 και η εθνική αντίσταση.

Οπως είναι γνωστό, η Αντίσταση διαπλέκεται με τον Εμφύλιο και ο διαχωρισμός τους απαιτεί τεράστιες ακροβασίες. Ετσι, για τους θριαμβευτές του Εμφυλίου, ήρωες ήταν όσοι αγωνίστηκαν εναντίον του κομμουνιστικού κινδύνου: αυτούς αναγνώρισαν και επιβράβευσαν, ακόμη και αν σε κάμποσες περιπτώσεις ο αντικομμουνιστικός αγώνας είχε απαιτήσει επιλήψιμους συγχρωτισμούς με τις δυνάμεις κατοχής. Παράλληλα, αποκλείστηκαν όσοι στρατεύτηκαν στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ καθώς οι οργανώσεις αυτές ελέγχονταν από το ΚΚΕ, άσχετα αν ο αγώνας τους είχε αντιστασιακό χαρακτήρα.

Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 1981, όταν ήρθε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ. Με στόχο την αποκατάσταση της αδικίας, η Αντίσταση ονομάστηκε καθολική και παλλαϊκή και διαχωρίστηκε από τον εμφύλιο πόλεμο. Παράλληλα, στήθηκε μια τεράστια βιομηχανία αναγνώρισης αντιστασιακών. Σύμφωνα με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς, στο τέλος της δεκαετίας του 1980 υπήρχαν συνολικά περισσότεροι από 430.000 αναγνωρισμένοι ή προς αναγνώριση αντιστασιακοί! Οι αντιστασιακές συντάξεις πρόσθεσαν μεγάλο βάρος στον κρατικό προϋπολογισμό. Οπως δήλωνε το 1994 ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος: «Μη μου πείτε ότι σε έναν προϋπολογισμό 4 τρισ. είναι ζήτημα τα 15 δισ. που είναι το ποσό που απαιτείται για τους αντιστασιακούς». Η βιομηχανία αυτή είχε έντονα κομματικό πρόσημο και τα οφέλη για τους δικαιούχους υπήρξαν πολλαπλά, περιλαμβάνοντας έως και διορισμούς στο Δημόσιο των παιδιών τους. Την ίδια στιγμή, επικράτησε μια λογική «ανεστραμμένης εθνικοφροσύνης», που απέκλειε όσους δεν είχαν εαμική ταυτότητα. Είναι χαρακτηριστική μία καταγγελία που κατατέθηκε στην αρμόδια υπηρεσία το 1989: «Με ρώτησε: του ΕΛΑΣ είσαι; Οταν του απάντησα ότι είμαι του Ελληνικού Στρατού (αναγνωρισμένη αντιστασιακή οργάνωση που έδρασε στην περιοχή Τριφυλίας-Μεσσηνίας), μου είπε: Χαιρετίσματα, έχουν απορριφθεί όλες».

Είναι λοιπόν φανερή η διαχρονική υποκρισία που χαρακτήρισε τη διαδικασία αναγνώρισης των ηρώων από το ξεκίνημα κιόλας του ελληνικού κράτους. Σημαίνει αυτό πως δεν υπάρχουν ήρωες ή πως ο ηρωισμός είναι απάτη; Οχι βέβαια. Σημαίνει όμως πως η αναζήτηση ηρωικών υπερβάσεων στο παρελθόν πρέπει να διαχωρίζεται από τη διαδικασία της κρατικής αναγνώρισής τους στο παρόν.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ