ΒΙΒΛΙΟ

Χιούμορ διά χειρός Μίλαν Κούντερα

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Δύο επισκέπτριες στην έκθεση «Τέχνη και πολιτική» στη Λειψία παρατηρούν το έργο «Η κόρη του Στάλιν» (1974) του Ισλανδού εικαστικού καλλιτέχνη Ερο Ολαφσβικ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Το χιούμορ: η θεία αστραπή που αποκαλύπτει τον κόσμο στην ηθική αμφισημία του και τον άνθρωπο στη βαθιά αναρμοδιότητά του να κρίνει τους άλλους· το χιούμορ: η μέθη της σχετικότητας των ανθρωπίνων πραγμάτων· η παράξενη απόλαυση που πηγάζει από τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα». Αυτά έγραφε ο Μίλαν Κούντερα στην έξοχη σειρά δοκιμίων του «Προδομένες διαθήκες», που κυκλοφόρησαν από την Εστία το 1995 σε μετάφραση του (μόνιμου πλέον) μεταφραστή του, του Γιάννη Η. Χάρη. Κατά τη φετινή σεζόν, έχουμε ήδη ένα σπουδαίο εκδοτικό γεγονός: την έκδοση στα ελληνικά ενός νέου μυθιστορήματος του Μίλαν Κούντερα, πάντοτε από την Εστία και υπό τη μεταφραστική φροντίδα του έγκυρου Γιάννη Χάρη. Τίτλος του, «Η γιορτή της ασημαντότητας».

Ο ίδιος ο Κούντερα έχει γράψει πως το «να φωτίζεις τα σοβαρότερα προβλήματα και ταυτόχρονα να μη γράφεις ούτε μία σοβαρή φράση, να γοητεύεσαι από την πραγματικότητα του σημερινού κόσμου και ταυτόχρονα να αποφεύγεις κάθε ρεαλισμό, αυτό είναι η “Γιορτή της ασημαντότητας”».

Οπως μας είπε ο Γιάννης Η. Χάρης όταν τον ρωτήσαμε σχετικά, «δεκατρία χρόνια από το τελευταίο του μυθιστόρημα, την “Αγνοια”, ο Κούντερα επανέρχεται με ένα καινούργιο, που συνοψίζει θαυμαστά ολόκληρο τον μυθιστορηματικό του κόσμο, σε μια γιγάντια, ανατρεπτική φάρσα. Στον Κήπο του Λουξεμβούργου, με φόντο τα αγάλματα βασιλισσών και καλλιτεχνών μιας παλιάς Γαλλίας, σημερινά πρόσωπα ζουν ή αφηγούνται τις μεγάλες-μικρές ιστορίες τους, πραγματικές και φανταστικές, σε μια περίτεχνα ενορχηστρωμένη φούγκα όπου η μία εποχή περνάει και χάνεται μέσα στην άλλη: η κατά Μίλαν Αποκάλυψη, με το γνωστό, δαιμονικό του χιούμορ και τον πικρό σαρκασμό, που αποδραματοποιεί το ανθρώπινο δράμα».

Η «Κ» σήμερα προδημοσιεύει ενδεικτικό απόσπασμα από το νέο αυτό μυθιστόρημα. Είναι το κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο «Οι είκοσι τέσσερις πέρδικες». Προκύπτει αρκετά νωρίς στο βιβλίο, λίγες σελίδες αφότου με άφθαστη πυκνότητα, λεπτή ειρωνεία και ένα χιούμορ που υποφώσκει διαρκώς, ο Κούντερα μας παρουσιάζει τα βασικά πρόσωπα του μυθιστορήματος. Ο λεπτός ερωτισμός της εναρκτήριας σκηνής όπου ο Αλαίν παρατηρεί «τα νεαρά κορίτσια, που έδειχναν όλα τον γυμνό αφαλό τους ανάμεσα στο χαμηλοκάβαλο παντελόνι και το πολύ κοντό μπλουζάκι», με τις φιλοσοφικού τύπου διερωτήσεις για το ποια είναι η ιδεατή οδός της εκπλήρωσης του πόθου από άνδρα σε άνδρα, το χασομέρι του Ραμόν στον Κήπο του Λουξεμβούργου και η γεμάτη αγωνία επίσκεψη του Ντ’ Αρντελό στον ογκολόγο, οδηγούν με απολαυστικό τρόπο στο σπίτι του Σαρλ, όπου και βρίσκεται ένα βιβλίο: τα Απομνημονεύματα του Νικίτα Χρουστσόφ. Εκεί, περιλαμβάνεται το επεισόδιο με τις είκοσι τέσσερις πέρδικες: όπου ο Στάλιν τραντάζεται από τα γέλια – όμως κανένας άλλος δεν γελάει!

Εν κατακλείδι, θα προσθέταμε ότι το απόσπασμα που επιλέξαμε σήμερα συμπυκνώνει σε μεγάλο βαθμό τον ιδιαίτερο, τον μοναδικό τρόπο του Τσέχου δημιουργού να μετατρέπει σε αφήγηση, σε μυθοπλασία αυτό που είχε ορίσει θεωρητικά επίσης στις «Προδομένες διαθήκες»: τη «σύζευξη του μη σοβαρού με το τρομερό».

Οι είκοσι τέσσερις πέρδικες

Ο Στάλιν, έπειτα από την ατέλειωτη, κοπιαστική μέρα του, συνήθιζε να μένει λίγο ακόμα με τους συνεργάτες του και να χαλαρώνει, λέγοντάς τους σύντομες ιστορίες απ’ τη ζωή του. Αυτήν λόγου χάρη:

Μια μέρα αποφασίζει να πάει για κυνήγι. Βάζει ένα παλιό παλτό με κουκούλα, βάζει τα σκι του, παίρνει ένα μακρύ ντουφέκι και κάνει δεκατρία χιλιόμετρα με τα πόδια. Τότε βλέπει μπροστά του, κουρνιασμένες πάνω σ’ ένα δέντρο, πέρδικες. Στέκεται και τις μετράει. Είκοσι τέσσερις. Αλλά τι γκίνια! Είχε πάρει μαζί του μόνο δώδεκα φυσίγγια! Ρίχνει, σκοτώνει τις δώδεκα, έπειτα γυρίζει, ξανακάνει τα δεκατρία χιλιόμετρα ώς το σπίτι του, και παίρνει άλλα δώδεκα φυσίγγια. Διανύει και πάλι τα δεκατρία χιλιόμετρα και ξαναβρίσκεται μπροστά στις πέρδικες, που είναι κουρνιασμένες ακόμα στο ίδιο δέντρο. Και τελικά τις σκοτώνει όλες...

«Σ’ άρεσε;» ρωτάει ο Σάρλ τον Κάλιμπαν, που γελάει: «Αν μου την έλεγε αυτή την ιστορία ο ίδιος ο Στάλιν, θα τον χειροκροτούσα! Αλλά εσύ πού τη βρήκες;».

«Ο κύριός μας μου έφερε δώρο αυτό εδώ το βιβλίο, τα Απομνημονεύματα του Χρουστσόφ, που βγήκε στη Γαλλία πριν από πολλά πολλά χρόνια. Ο Χρουστσόφ αναφέρει την ιστορία με τις πέρδικες, όπως την έλεγε ο Στάλιν στη μικρή τους συντροφιά. Αλλά, απ’ ό,τι γράφει ο Χρουστσόφ, κανένας δεν αντέδρασε όπως εσύ. Κανένας δεν γέλασε. Ολοι ανεξαιρέτως έβρισκαν παράλογα αυτά που τους είχε διηγηθεί ο Στάλιν και είχαν αηδιάσει με τα ψέματά του. Παρ’ όλ’ αυτά σώπαιναν, και μόνο ο Χρουστσόφ βρήκε το θάρρος να πει στον Στάλιν αυτό που σκεφτόταν. Ακου!»

Ο Σαρλ άνοιξε το βιβλίο και του διάβασε αργά και φωναχτά: «“Τι; Εννοείς πραγματικά πως οι πέρδικες δεν είχαν πετάξει απ’ το κλαδί τους;”, λέει ο Χρουστσόφ.

»“Απολύτως” απαντάει ο Στάλιν, “είχαν μείνει κουρνιασμένες στο ίδιο σημείο.”

»Αλλά έχει συνέχεια η ιστορία, γιατί πρέπει να ξέρεις πως, όταν τέλειωναν τη δουλειά τους, πήγαιναν όλοι στα λουτρά, μια μεγάλη αίθουσα που χρησίμευε και για τουαλέτες. Φαντάσου. Στον έναν τοίχο μια μεγάλη σειρά ουρητήρια και στον απέναντι τοίχο νιπτήρες. Ουρητήρια σε σχήμα κοχυλιού, κεραμικά, όλα χρωματιστά, διακοσμημένα με μοτίβα από λουλούδια. Κάθε μέλος της συντροφιάς του Στάλιν είχε το δικό του ουρητήριο, που το είχε φτιάξει και το είχε υπογράψει διαφορετικός καλλιτέχνης. Μόνο ο Στάλιν δεν είχε ουρητήριο.»

«Και πού κατούραγε ο Στάλιν;»

«Σε μια ξεχωριστή τουαλέτα, απ’ την άλλη πλευρά του κτιρίου· κι αφού κατούραγε μόνος, ποτέ με τους συνεργάτες του, αυτοί οι κύριοι, στις δικές τους τουαλέτες, έμεναν θεσπέσια μόνοι και αποτολμούσαν να πουν επιτέλους φωναχτά όλα αυτά που υποχρεώνονταν να καταπνίξουν μπροστά στον αρχηγό. Και ιδίως τη μέρα που ο Στάλιν τους είπε την ιστορία με τις είκοσι τέσσερις πέρδικες. Σου διαβάζω πάλι Χρουστσόφ: “...καθώς πλέναμε τα χέρια μας, στα λουτρά, φτύναμε από περιφρόνηση. Ελεγε ψέματα! Ελεγε ψέματα! Κανένας μας δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία”.»

«Και ποιος ήταν αυτός ο Χρουστσόφ;»

«Λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Στάλιν έγινε ο ανώτατος άρχοντας της σοβιετικής αυτοκρατορίας.»

Ο Κάλιμπαν σώπασε λίγο και είπε: «Το μόνο που μου φαίνεται απίστευτο σ’ όλη αυτή την ιστορία είναι που κανένας δεν κατάλαβε πως ο Στάλιν έκανε πλάκα».

«Φυσικά», είπε ο Σαρλ, κι άφησε το βιβλίο στο τραπεζάκι: «Γιατί κανένας γύρω του δεν ήξερε πια τι εστί πλάκα. Και έτσι, κατ’ εμέ, μια νέα μεγάλη περίοδος της Ιστορίας προανάγγελλε τον ερχομό της.»
[...]

«Με καταγοητεύουν αυτοί οι σύντροφοι του Στάλιν», συνέχισε ο Σαρλ. «Τους φαντάζομαι να κάνουν την επανάστασή τους μέσα στις τουαλέτες! Την περίμεναν πώς και πώς αυτή την ωραία στιγμή, που θα μπορούσαν επιτέλους να πουν φωναχτά τα όσα σκέφτονταν. Υπήρχε όμως κάτι που δεν το υποψιάζονταν: ο Στάλιν τους παρατηρούσε και περίμενε αυτήν τη στιγμή με την ίδια ανυπομονησία! Η στιγμή που όλη η παρέα του θα έφευγε για τις τουαλέτες ήταν μια απόλαυση και για κείνον! Σαν να τον βλέπω! Διασχίζει έναν μεγάλο διάδρομο σιγά σιγά, στις μύτες των ποδιών, κι έπειτα κολλάει τ’ αφτί του στην πόρτα έξω απ’ τις τουαλέτες και ακούει. Οι ήρωες του πολιτμπιρό ουρλιάζουν, χτυπάνε κάτω τα πόδια τους, τον καταριούνται, κι αυτός τους ακούει και γελάει. «Ελεγε ψέματα! Ελεγε ψέματα!» ωρύεται ο Χρουστσόφ, η φωνή του αντηχεί, και ο Στάλιν, με τ’ αφτί κολλημένο στην πόρτα, α, σαν να τον βλέπω, σαν να τον βλέπω, ο Στάλιν απολαμβάνει την ηθική αγανάκτηση του συντρόφου του, ξεσπάει σε τρελά γέλια και δεν προσπαθεί καν να συγκρατήσει την ένταση του γέλιου του, γιατί αυτοί που είναι στις τουαλέτες, έτσι που ωρύονται κι αυτοί σαν τρελοί, δεν μπορούν να τον ακούσουν, μέσα στον σαματά που κάνουν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ