ΒΙΒΛΙΟ

Οταν η τηλεόραση παράγει λογοτεχνία

ΝΙΚΟΣ ΦΩΤΑΚΗΣ

Η Ιταλίδα συγγραφέας Ραφαέλα Σιλβέστρι αναδείχθηκε από το τηλεοπτικό talent show «Masterpiece» που μεταδόθηκε από το κρατικό κανάλι RΑΙ3.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μεταδόθηκε στην Ιταλία και τάραξε το εκδοτικό κατεστημένο: η συγγραφέας Ραφαέλα Σιλβέστρι, που αναδείχθηκε από την επίμαχη εκπομπή, προτείνει να το αντιμετωπίσουμε ως αφορμή για περαιτέρω σκέψη.

Ο όρος talent show φέρνει στο μυαλό πολύ συγκεκριμένες εικόνες: κυρίως εκείνες νέων παιδιών, έμπλεων θράσους ανακατεμένου με τρακ, να στέκονται μπροστά σε μια κριτική επιτροπή «προσωπικοτήτων», προσπαθώντας να αποδείξουν ότι έχουν αυτό που χρειάζεται για να τα καταφέρουν σε κάποια από τις εκφάνσεις της show business, κυρίως στο τραγούδι. Για την ακρίβεια, αυτό που χρειάζεται είναι ακριβώς η διάθεσή τους να εκτεθούν στην τηλεόραση – είναι η πρώτη απαίτηση που έχει η μαζική κουλτούρα από αυτούς που συμμετέχουν σ’ αυτήν και μια ισχυρή απόδειξη της θέσης ότι ζούμε σε μια πολύ κυνική εποχή. Αλλα ακόμη και σε μια κυνική εποχή, η ιδέα ενός τηλεοπτικού talent show για συγγραφείς μοιάζει εξωφρενική. Στην αέναη πάλη του υψηλού πολιτισμού με τη μαζική κουλτούρα, η τηλεόραση και το βιβλίο παραμένουν δύο παροιμιωδώς αγεφύρωτοι κόσμοι.

Κι όμως, αυτό ακριβώς συνέβη την τηλεοπτική σεζόν που τελειώνει τώρα, στην Ιταλία, όταν το κρατικό κανάλι RΑΙ3 μετέδωσε το πρώτο reality show για συγγραφείς, ονόματι «Masterpiece».

Επί τρεις μήνες, οι Ιταλοί τηλεθεατές (ή έστω, περίπου 500 χιλιάδες εξ αυτών), παρακολουθούσαν κάθε εβδομάδα δώδεκα επίδοξους συγγραφείς να περνούν δοκιμασίες μπροστά στην κάμερα διεκδικώντας το έπαθλο, που δεν ήταν άλλο από την έκδοση του βιβλίου τους από έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο. Παρά τη μέτρια τηλεθέασή της, η εκπομπή είχε φανατικό κοινό και κατάφερε να προκαλέσει έριδες στο ιταλικό λογοτεχνικό κατεστημένο, ταράζοντας τα νερά.

Τα απόνερα δεν θα έφταναν στον κόσμο εκτός Ιταλίας, αν δεν φρόντιζε η Ραφαέλα Σιλβέστρι να περιγράψει την εμπειρία της, με ένα άρθρο της στους New York Times. Πρώην στέλεχος μεγάλης εταιρείας καλλυντικών, που εγκατέλειψε μία καριέρα στο μάρκετινγκ για να κυνηγήσει το όνειρό της να γίνει συγγραφέας, η Ραφαέλα Σιλβέστρι ακόμη δεν μπορεί να πιστέψει ότι δήλωσε συμμετοχή στο «Masterpiece», κάτι που έγινε σχεδόν με το ζόρι, πολύ περισσότερο ότι αναδείχθηκε δεύτερη, κερδίζοντας ωστόσο κι εκείνη ένα συμβόλαιο με τον εκδοτικό οίκο Bompiani. Στο περιθώριο της περιοδείας της ανά την ιταλική επικράτεια για την προώθηση του μυθιστορήματός της, «La distanza da Helsinki», έκλεψε λίγο χρόνο για να μοιραστεί μαζί μας τις σκέψεις της γι’ αυτούς τους δύο ασύμβατους κόσμους, τη λογοτεχνία και το reality show.

«Το “Masterpiece” λειτούργησε σαν γέφυρα ανάμεσα στη λεγόμενη “υψηλή κουλτούρα” και αυτό που κάποιοι άνθρωποι αποκαλούν “χαμηλή” κουλτούρα, δηλαδή την τηλεόραση», εξηγεί. «Στην Ιταλία, περισσότερο από άλλες χώρες, χρειαζόμαστε αυτήν τη γέφυρα, τη διαμεσολάβηση. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το “Masterpiece” ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα, αν και ήταν προφανώς μία σκληρή εμπειρία για μένα, ως διαγωνιζόμενη», τονίζει, καθώς θυμάται μερικές από τις δοκιμασίες: να γράφει ευχετήριες κάρτες για περαστικούς ή να προσπαθεί να πείσει έναν διάσημο συγγραφέα να διαβάσει το βιβλίο της, μέσα σε ένα ασανσέρ. «Θα ήταν δύσκολο για τον καθένα, πόσο μάλλον για έναν συγγραφέα – οι συγγραφείς, μερικές φορές, είναι πράγματι ευαίσθητα πλάσματα», λέει.

Μια ιστορία ενηλικίωσης

Το μυθιστόρημα «La distanza da Helsinki» είναι η ιστορία ενός αγοριού από τη Φινλανδία κι ενός κοριτσιού από την Ιταλία, που γνωρίζονται σε ηλικία 16 ετών στο Λονδίνο και συναντιούνται κάθε χρόνο μέχρι τα 32 τους, παίρνοντας κάθε φορά αποφάσεις καθοριστικές για τις ζωές τους. «Είναι μια ιστορία ενηλικίωσης», λέει η ίδια η συγγραφέας, «ένα βιβλίο για τον χρόνο που περνά ενώ δεν έχεις το κουράγιο να πάρεις τις αποφάσεις που θα σου επιτρέψουν να είσαι ο εαυτός σου. Αυτό που ήθελα να εκφράσω είναι το αίσθημα που όλοι έχουν νιώσει κάποια στιγμή στη ζωή τους: “Πώς βρέθηκα εδώ; Είναι στ’ αλήθεια αυτή η ζωή που ήθελα να ζω;” Ηθελα να εκφράσω την κρίση που ένιωθα η ίδια, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε σχέση με τη γενιά μου και την κοινωνία».

Οπως ξέρουν και οι Ελληνες, «το να ζεις σε παρακμιακή χώρα δεν έχει γοητεία»

Η ευαισθησία περίσσεψε και στον ιταλικό λογοτεχνικό κόσμο, που δυσανασχέτησε, πολύ προβλέψιμα, στην ιδέα ενός talent show για συγγραφείς, αντιμετωπίζοντάς το περίπου ως ανοσιούργημα. «Αυτό είναι κάτι που έλαβα υπ’ όψιν προτού καν κάνω αίτηση», ξεκαθαρίζει η νεαρή συγγραφέας, η οποία έχει πτυχίο στις ανθρωπιστικές σπουδές (με διατριβή πάνω στο έργο της Ντόρις Λέσινγκ) και μεταπτυχιακό στη φιλοσοφία, στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. «Ηξερα ότι, αν πήγαινε καλά, όπως πήγε, το βιβλίο μου θα είχε πάντα την τηλεοπτική σφραγίδα. Πιστεύω ότι αυτήν τη στιγμή κάποιοι δημοσιογράφοι αρνούνται να διαβάσουν και να γράψουν κριτική για το βιβλίο μου, μόνο και μόνο επειδή βγήκε από το “Masterpiece”», παραδέχεται.

Εκπαίδευση στο διάβασμα

Απολύτως συνειδητοποιημένη στην επιλογή της, φωτίζει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο μερικές πλευρές του λογοτεχνικού και εκδοτικού κατεστημένου σήμερα. «Η εκπαίδευση των ανθρώπων ως προς το διάβασμα θα έπρεπε να είναι μια συντονισμένη προσπάθεια στην οποία θα συμμετέχουν από κοινού η πολιτεία (μια καλή αρχή θα ήταν να μη γίνονται συστηματικά περικοπές στον προϋπολογισμό για τον πολιτισμό), η κρατική τηλεόραση (όχι μόνο μέσω του “Masterpiece”, αλλά με την αναζήτηση νέων τηλεοπτικών μορφών και νέων τρόπων να μιλήσουμε για βιβλία) και φυσικά οι εκδότες, οι οποίοι έχουν το οικονομικό όφελος να δημιουργήσουν αναγνωστικό κοινό και οι οποίοι θα έπρεπε να λειτουργούν ως κανονικοί διαμεσολαβητές ανάμεσα στη λογοτεχνική παραγωγή και την πολιτισμική ζήτηση».

«Στην Ιταλία», συνεχίζει η Ραφαέλα Σιλβέστρι, «εκδίδονται κάθε χρόνο περισσότερα από 66 χιλιάδες βιβλία: αυτό σημαίνει ότι ο αναγνώστης αφήνεται απόλυτα μόνος σε έναν λαβύρινθο από βιβλία. Η ποιότητα δεν είναι πια εγγυημένη. Δεν πιστεύω ότι το να πετάς βιβλία στην αγορά και να περιμένεις να δεις ποιο θα επιζήσει είναι μία καλή εμπορική ή εκδοτική στρατηγική».

Η οξυδέρκεια της παρατήρησής της επιβεβαιώνεται όταν με το ίδιο πάθος αναλύει αυτό που συμβαίνει στη χώρα της - και που θυμίζει πολύ τη δική μας χώρα: «Η Ιταλία βρίσκεται σε πολύ μεγάλη οικονομική και πολιτική κρίση τα τελευταία χρόνια, αλλά ο πολιτισμός βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή των περικοπών», τονίζει, περιγράφοντας πολύ γνώριμες καταστάσεις.

«Ο προϋπολογισμός για τον πολιτισμό μειώθηκε κατά 50% την τελευταία δεκαετία, προτού ακόμη ενσκήψει η παγκόσμια κρίση. Στη συνέχεια ήταν απλώς πιο εύκολο για τους πολιτικούς να πουν ότι υπάρχουν “πιο επείγοντα ζητήματα να αντιμετωπιστούν από τον πολιτισμό, πιο θεμελιώδη από τα κοινωνικά δικαιώματα”. Αλλά πιστεύω ότι ο πολιτισμός και η κληρονομιά μας είναι μέρος των πραγμάτων που μπορούν να μας βοηθήσουν να βγούμε από την κρίση. Σε μια χώρα όπου το 57% του πληθυσμού δεν έχει αγγίξει βιβλίο τον τελευταίο χρόνο, από πού θα πηγάσει η δημιουργικότητα, η φαντασία, η συνειδητοποίηση, ακόμη και η ελπίδα;

»Αν οι κυβερνήσεις δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν την πρόκληση και να αξιοποιήσουν τον πολιτισμό και τους ανθρώπους που τον παράγουν, αν δεν καταλάβουν τη σχέση του πολιτισμού με την αναγέννηση της χώρας, δεν πιστεύω ότι αυτή η αναγέννηση θα μπορέσει ποτέ να συμβεί. Μπορεί η παρακμή να φαίνεται γοητευτική στην όμορφη οσκαρική ταινία του Πάολο Σορεντίνο “Η τέλεια ομορφιά”, αλλά το να ζεις σε παρακμιακή χώρα δεν έχει καμία γοητεία, όπως είμαι σίγουρη ότι ξέρουν καλά οι Ελληνες αναγνώστες».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ