Στάθης Ν. Καλύβας* ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Χρήσιμα τα προγράμματα ελληνικών σπουδών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παρότι η μελέτη της Ελλάδας δεν είναι το κύριο ερευνητικό μου αντικείμενο, έχω με τα χρόνια αποκτήσει μια αρκετά στενή σχέση με τα προγράμματα ελληνικών σπουδών, κυρίως στην Αμερική. Αυτό οφείλεται τόσο στο προσωπικό μου ενδιαφέρον για την Ελλάδα όσο και στη συγκυρία.

Οταν πήγα για μεταπτυχιακές σπουδές στο Σικάγο, δεν υπήρχε Ιντερνετ. Ελληνικές εφημερίδες δεν έβρισκες και η τηλεφωνική επικοινωνία με την Ελλάδα ήταν πανάκριβη και γι’ αυτό σπάνια. Οι φίλοι μου μου έστελναν τα νέα ταχυδρομικά. Οταν άρχισα τη σταδιοδρομία στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, συνάντησα μια δυναμική ομάδα ανθρώπων που είχαν ως ερευνητικό αντικείμενο την Ελλάδα κυρίως μέσω της λογοτεχνίας. Ηταν μια επιτυχημένη προσπάθεια, που με εισήγαγε στην έννοια των ελληνικών σπουδών την οποία αγνοούσα έως τότε. Μετακινήθηκα κατόπι στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, όπου είχε δημιουργηθεί το πιο φιλόδοξο ίσως πρόγραμμα ελληνικών σπουδών με γενναία χρηματοδότηση του Ιδρύματος Ωνάση. Η φιλοδοξία του ήταν να καλύψει πολλά επιστημονικά πεδία, από τη φιλολογία μέχρι την πολιτική επιστήμη, περνώντας από την ιστορία. Δυστυχώς, μια αλληλουχία διενέξεων και παρεξηγήσεων μεταξύ του πανεπιστημίου και του Ιδρύματος οδήγησε στη συρρίκνωση και ουσιαστική του διάλυση. Η εμπειρία αυτή με δίδαξε πως, για να πετύχει το πείραμα, απαιτείται ουσιαστική συμφωνία απ’ όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες και μου υπενθύμισε τη δύναμη της ελληνικής κακοδαιμονίας. Κατόπι γύρισα στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, όπου δεν υπήρχε κάποιο ελληνικό πρόγραμμα – μια απουσία που μου στοίχισε. Ετσι, όταν πήγα αργότερα στο Γέιλ, χάρηκα που λειτουργούσε εκεί ένα πιλοτικό πρόγραμμα ελληνικών σπουδών. Με τη συνδρομή του Ιδρύματος Νιάρχου, το πρόγραμμα απέκτησε γερές βάσεις και έτσι σήμερα διδάσκεται η ελληνική γλώσσα, λογοτεχνία και ιστορία στο Γέιλ.

Είναι όμως τόσο σημαντικό να γίνεται κάτι τέτοιο; Αξίζει να επενδύονται σημαντικά κεφάλαια σε προγράμματα ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό; Ξανασκέφτηκα τα ερωτήματα αυτά πρόσφατα, συμμετέχοντας σε συνάντηση πολλών προγραμμάτων που οργάνωσε το Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics. Εκεί έμαθα αρκετά καινούργια πράγματα. Το πρώτο είναι πως οι ελληνικές σπουδές είναι σε άνθηση. Συνήθως τα μόνα νέα που ακούει κανείς είναι για έδρες που κλείνουν ή που απειλούνται με κλείσιμο. Αυτό όμως είναι φυσιολογικό μέρος του κύκλου ζωής τους και στην πραγματικότητα δημιουργούνται πολύ περισσότερα προγράμματα από αυτά που κλείνουν.

Πώς εξηγείται αυτή η άνθηση; Οφείλεται κυρίως στις κοινότητες Ελλήνων μεταναστών, στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στην Αυστραλία, που χρηματοδοτούν τις προσπάθειες αυτές. Το ίδιο κάνουν μεγάλα φιλανθρωπικά ιδρύματα αλλά και άνθρωποι με σημαντική οικονομική επιφάνεια. Η μελέτη της Ελλάδας αποτελεί γι’ αυτούς αντικείμενο με έντονο συναισθηματικό αντίκρισμα. Αντίθετα, το ελληνικό κράτος έχει περιορισμένη συμμετοχή στο εγχείρημα. Αρκεί όμως αυτός ο συναισθηματισμός για να δικαιολογηθεί μια τέτοια επένδυση; Και ποιος είναι ο σκοπός των προγραμμάτων αυτών; Είναι το πανεπιστήμιο το πλέον ενδεδειγμένο ίδρυμα για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Προσωπικά δεν θεωρώ πως ο ρόλος αυτών των προγραμμάτων είναι να λειτουργούν ως αρωγός της Ελλάδας ή των κατά τόπους ελληνικών κοινοτήτων. Επίσης, αρκετοί ερευνητές ασχολούνται με την Ελλάδα εκτός των προγραμμάτων αυτών. Και εντέλει, η μελέτη της Ελλάδας ίσως είχε κάποιο νόημα όταν οι πολιτικοί και ακαδημαϊκοί ορίζοντες στην Ελλάδα ήταν περιορισμένοι, κάτι που έχει πάψει να ισχύει εδώ και καιρό. Αρα;

Πιστεύω πως το ερώτημα αυτό μπαίνει συνήθως σε λάθος βάσεις. Τα προγράμματα αυτά δημιουργούν δυνητικά αξιόλογους ερευνητικούς πυρήνες σε μεγάλα πανεπιστήμια με διεθνή εμβέλεια και αυτό έχει πολλές και συχνά απρόβλεπτες θετικές συνέπειες. Μπολιάζει, κατ’ αρχάς, τη μελέτη της Ελλάδας με μια οπτική που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να έχει κανείς όταν βρίσκεται και δουλεύει μέσα στην Ελλάδα. Αλλιώς δηλαδή βλέπεις την Ελλάδα όταν συνυπάρχεις καθημερινά με ερευνητές που μελετούν σχεδόν κάθε γωνιά του πλανήτη και πειραματίζονται με τα πιο καινούργια εργαλεία και αλλιώς όταν οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφεσαι είναι οι ίδιοι και έχουν πάνω-κάτω τα ίδια μυαλά μ’ εσένα. Προφανώς ο πειραματισμός αυτός αναπόφευκτα θα παραγάγει αποτυχίες, αλλά χωρίς αποτυχίες δεν υπάρχει πρόοδος. Επιπλέον οι πυρήνες αυτοί έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο μελετάμε την Ελλάδα – και μάλιστα με πολλαπλασιαστικό τρόπο: δεκάδες ερευνητές επισκέπτονται τα πανεπιστήμια αυτά από την Ελλάδα, εκατοντάδες φοιτητές έρχονται σε επαφή με μιαν Ελλάδα που δεν γνωρίζουν ούτε υποψιάζονται πως υπάρχει, μέσα από μαθήματα, ομιλίες, συνέδρια. Ακόμη, αρκετοί πανεπιστημιακοί, Ελληνες και μη, που έχουν προσωπικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα έρχονται μέσω των προγραμμάτων αυτών σε επαφή με την Ελλάδα ως ερευνητικό αντικείμενο και αφιερώνουν κάποιο από τον χρόνο τους στη μελέτη της.

Το τελικό και συλλογικό αποτέλεσμα είναι δύσκολο να μετρηθεί, αλλά δεν παύει να είναι πολύπλευρα ουσιαστικό. Επίσης, και αυτό είναι σημαντικό από μόνο του, τα προγράμματα αυτά ταιριάζουν σε μια ιδιαίτερα ελκυστική εκδοχή του ελληνισμού, την οποία και ενισχύουν: την ανοιχτή, κοσμοπολίτικη και διασπορική του διάσταση.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ