ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μείωση των καπνιστών κατά 30% σε πέντε χρόνια

ΠΕΝΝΥ ΜΠΟΥΛΟΥΤΖΑ

Το θέαμα και η ατμόσφαιρα σε καφετέριες, ταβέρνες, νυχτερινά κέντρα και μπαρ «πιστοποιούν» την αδυναμία και αδιαφορία της Ελλάδας να εφαρμόσει τους νόμους της.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Υπάρχει και το φιλότιμο. Ή, μάλλον, υπάρχει μόνο το φιλότιμο». Με τον τρόπο αυτόν εξηγούν οι ειδικοί επιστήμονες το γεγονός ότι την τελευταία πενταετία έχει μειωθεί ο αριθμός των καπνιστών στη χώρα μας σε ποσοστό τουλάχιστον 30%, η κατανάλωση τσιγάρων, αλλά και η ρύπανση στους κλειστούς δημόσιους χώρους, χωρίς –ω του θαύματος...– να έχει τεθεί ουσιαστικά σε εφαρμογή ο αντικαπνιστικός νόμος. Η συζήτηση για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους «ωρίμασε» σε πολλούς Ελληνες την ιδέα ότι πλέον είναι καθαρά θέμα πολιτισμού η διακοπή καπνίσματος, οδηγώντας σε κάποια θετικά αποτελέσματα. Και τα οποία θα ήταν πολύ μεγαλύτερα εάν ο νόμος εφαρμοζόταν.

Αυτήν τη στιγμή, η καθολική απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς δημόσιους χώρους βρίσκει εφαρμογή μόνο στα μέσα μαζικής μεταφοράς, σε μονάδες Υγείας (σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι απόλυτα) και σε κάποια καλά –και συνήθως ακριβά– εστιατόρια. Αντίθετα, σε καφετέριες, ταβέρνες, νυχτερινά κέντρα και μπαρ, τα τασάκια «πιστοποιούν» από περίοπτη θέση την αδυναμία ενός κράτους να εφαρμόσει τους νόμους του. Από πλευράς δε πολιτείας, το μόνο που έχει μείνει να θυμίζει τον νόμο απαγόρευσης του καπνίσματος είναι μια απλή αναφορά στο τέλος της πρόσφατης (05/12/2014) και επαναλαμβανόμενης κάθε χρόνο εγκυκλίου για την εντατικοποίηση των ελέγχων σε χώρους υγειονομικού ενδιαφέροντος ενόψει των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς: «Επιπροσθέτως, τονίζεται η αναγκαιότητα εφαρμογής της ισχύουσας αντικαπνιστικής νομοθεσίας από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα».

«Χάσαμε» την πρωτιά

Σύμφωνα με τον καθηγητή Παναγιώτη Μπεχράκη, πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής για τον Ελεγχο του Καπνίσματος και του Ευρωπαϊκού Δικτύου για τον Ελεγχο του Καπνίσματος (ENSP), «η Ελλάδα έχει “υποχωρήσει” τα τελευταία χρόνια από την πρώτη θέση στην Ευρώπη, όσον αφορά τον αριθμό των καπνιστών». Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, το ποσοστό των καπνιστών στην Ελλάδα εκτιμάται ότι είναι λίγο πάνω από 30% έναντι περίπου 40% που ήταν το 2008. Επιπλέον, μειώθηκε η ετήσια κατανάλωση τσιγάρων στην Ελλάδα από 34,6 δισεκατομμύρια το 2007 σε 19,3 δισ. το 2012 και σε περίπου 18 δισ. το 2013. «Η μείωση στον αριθμό των καπνιστών μπορεί να αποδοθεί στον νόμο απαγόρευσης του καπνίσματος σε κλειστούς δημόσιους χώρους, ο οποίος παρά το ότι δεν εφαρμόζεται, είναι αποδεκτός από τους πολίτες», εξηγεί ο κ. Μπεχράκης. Αλλωστε, όπως έχουν δείξει μελέτες, σε ποσοστό 75% οι Ελληνες δηλώνουν... θυμωμένοι που δεν εφαρμόζεται ο νόμος. Το ίδιο αισθάνονται και οι μισοί καπνιστές (48%). Επιπλέον το 78% θεωρεί ότι η μη εφαρμογή του νόμου προστασίας από το παθητικό κάπνισμα αποτελεί σημείο πολιτιστικής υποβάθμισης της χώρας. Στην ερώτηση πώς γίνεται μετά τέσσερα χρόνια αδυναμίας - αποτυχίας - αδιαφορίας στην εφαρμογή ενός νόμου, αυτός να συνεχίζει να είναι αποδεκτός από τους πολίτες, ο κ. Μπεχράκης τονίζει στην «Κ» ότι «πάντα υπάρχει και το φιλότιμο. Μόνο αυτό λειτουργεί».

Το παράδοξο είναι ότι παρά την αποδοχή της ιδέας της απαγόρευσης του καπνίσματος από το μεγάλο μέρος του πληθυσμού, οι διαχειριστές στις περισσότερες καφετέριες, μπαρ, ταβέρνες υποχωρούν στις ορέξεις των καπνιστών, επιβάλλοντας το παθητικό κάπνισμα στους θαμώνες. «Πρόκειται για μία απόλυτη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των παιδιών, των γυναικών, των εγκύων, των εργαζομένων και των ευπαθών ομάδων πληθυσμού που είτε αποκλείονται από τη διασκέδαση είτε νοσούν διασκεδάζοντας», τονίζει ο κ. Μπεχράκης και προσθέτει: «Αυτήν τη στιγμή περισσότεροι από 30.000 Ελληνες εργαζόμενοι σε χώρους διασκέδασης και εστίασης εργάζονται υπό συνθήκες ορυχείων του 19ου αιώνα και ουδείς συνδικαλιστικός φορέας έχει ενδιαφερθεί. Τους προκαλώ να δώσουν απάντηση γιατί το κάνουν αυτό».

Ο καθηγητής στρέφει τα βέλη του στην πολιτεία. Οπως τονίζει, «η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί τον παραδοσιακό της έρωτα με τα συμφέροντα της ελληνικής καπνοβιομηχανίας». Ο έρωτας αυτός, σύμφωνα με τον ίδιο, φαίνεται από τη μη εφαρμογή πολλών νόμων και θεσμικών πλαισίων που αφορούν το κάπνισμα. Εκτός από την απαγόρευση του καπνίσματος, δεν εφαρμόζεται ο νόμος για την απαγόρευση πώλησης προϊόντων καπνού σε παιδιά και ο νόμος για την προώθηση προϊόντων σε χώρους διασκέδασης. Ο κ. Μπεχράκης καταλήγει: «Ο έρωτας αυτός πρέπει να διακοπεί κυρίως για την προστασία των παιδιών μας».

Προγράμματα πρόληψης

Αυτήν τη στιγμή, η μόνη αντικαπνιστική δράση που είναι σε εξέλιξη και λειτουργεί είναι τα προγράμματα πρόληψης του καπνίσματος στη μαθητική κοινότητα HEART II και το «Μαθαίνω την αλήθεια, λέω όχι στο τσιγάρο», που είναι ενταγμένα στις δράσεις του «Κοινωνικού σχολείου», του υπουργείου Παιδείας, και υλοποιούνται από το Ιδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών. Στο πλαίσιο των προγραμμάτων, επιχειρείται η προβολή στα μικρά παιδιά του θετικού προτύπου του μη καπνιστή: η ομορφιά, η δύναμη, η σεξουαλικότητα, η εξυπνάδα συνδέονται με το μη κάπνισμα, ενώ στην αντίπερα όχθη είναι όσοι επιλέγουν το κάπνισμα... Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα δύο στα δέκα παιδιά (18,15%) ηλικίας από 12 έως 18 ετών καπνίζουν σε τακτική βάση, ενώ στην ερώτηση «θα κάπνιζες εάν ένας φίλος σού πρόσφερε τσιγάρο» το 21,2% απαντά καταφατικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ