ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

«Η εποχή μας έχει μια περίεργη μοναξιά»

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Μαρία Κίτσου: «Βαριέμαι όταν όλοι παρουσιάζουν τις ζωές τους ρόδινες. Δεν είναι ρόδινη η ζωή. Και νιώθω την ευθύνη να πω σε ένα νέο παιδί ότι μπορεί να τα καταφέρει ακόμη και εάν είχε δύσκολα παιδικά χρόνια».

Το ευρύτερο κοινό τη γνώρισε το 2009 ως Μαρία Πολυδούρη στην τηλεοπτική σειρά «Καριωτάκης». Λίγα χρόνια αργότερα βραβεύτηκε, το 2012 με το βραβείο Μελίνα Μερκούρη για το ρόλο της στα «Ορφανά» του Ντένις Κέλι. Είναι πρωταγωνίστρια σε παραστάσεις δύσκολες, ενώ οι σκηνοθέτες δείχνουν την προτίμησή τους, αφού στα 35 της χρόνια, αθόρυβα έχει συνεργαστεί σχεδόν με όλους τους σημαντικούς. Είναι από τους ηθοποιούς που γεμίζει τη σκηνή. Φαίνεται σκοτεινή και μυστήρια, ενώ από κοντά η Μαρία Κίτσου διαθέτει έναν γοητευτικό συνδυασμό: ανήκει σε εκείνες τις γυναίκες που δεν φοβάται να φοβηθεί και να μιλήσει για αυτό.

-Είστε αρκετά χρόνια στο χώρο, εντούτοις το κοινό δεν ξέρει πολλά για εσάς.

Είναι θέμα χαρακτήρα. Κάθε φορά που δίνω συνέντευξη έχω τρομερό άγχος. Πάνω στη σκηνή δεν έχω κανένα πρόβλημα να εκτίθεμαι, αλλά εκτός σκηνής είμαι ντροπαλή.

-Είστε θεατρική ηθοποιός. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στο θέατρο;

Η διαδικασία της πρόβας. Τη θεωρώ πολύ πιο δημιουργική ακόμα και από την παράσταση. Για αυτό εξελίσσω και την παράσταση μέρα με την ημέρα. Μου αρέσει η αμεσότητα, ότι επηρεάζεις τον θεατή κατευθείαν στο μυαλό και στην καρδιά.

-Πού και πώς μεγαλώσατε;

Στην Αθήνα μεγάλωσα. Με πατέρα στρατιωτικό. Έχω έναν αδερφό που σπουδάζει στην Αμερική και η μαμά οικιακά. Ο μπαμπάς δεν ζει πια. Είχα δύσκολα παιδικά χρόνια όμως. Σαν να λείπουν βασικά πράγματα, η αγάπη, η ασφάλεια. Έχω σκεφτεί ότι ήμασταν 4 άνθρωποι μόνοι. Μετά το θάνατο του πατέρα μου, κάπως με τη μητέρα μου εξομαλύνθηκαν αυτά.

-Και η τέχνη;

Ήμουν δραστήριο παιδί. Ζωγράφιζα, χόρευα, αλλά επειδή ήμουν άριστη μαθήτρια η προσοχή των γονιών μου πήγαινε εκεί. Δεν σκέφτηκαν ποτέ να μου καλλιεργήσουν κάποιο άλλο ταλέντο.

-Ήσασταν θλιμμένη;

Δεν ένιωθα έτσι, αλλά πρόσφατα έβλεπα κάτι ζωγραφιές μου από τα παιδικά μου χρόνια και είδα ότι όλα τα ανθρωπάκια είχαν κατεβασμένο χαμόγελο. Οπότε εάν κρίνω από αυτό…

-Βασανίζεστε στα έργα. Στη ζωή;

Δεν μου αρέσει η κωμωδία. Δεν έχει βάσανο, δεν έχει πόνο. Δεν έχει ενδιαφέρον για μένα. Ενώ μου λένε ότι στη ζωή μου είμαι κωμική, στο θέατρο δεν με ενδιαφέρει. Στη ζωή μου όμως δεν αντέχω κανενός είδους βία. Ισοπεδώνομαι. Θυμάμαι μόνο μια φορά που βρέθηκα ανάμεσα σε δύο άνδρες και κατέρρευσα. Έπαθα κατάθλιψη. Στη ζωή βασανίζομαι από το μυαλό μου, που δεν μου χαρίζεται.

-Το «Κρίμα που είναι πόρνη» έχει έντονο το θρησκευτικό στοιχείο. Εσείς πώς βρεθήκατε στη Θεολογική;

Ιατρική ήθελα να σπουδάσω. Στα 17 μου ονειρευόμουν να γίνω ένας από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα. Παθαίνω κατάθλιψη τότε και δεν μπορώ να διαβάσω. Αλλάζω σε μια χρονιά δέσμη και περνάω στη Θεολογία. Όλως τυχαίως είχε περάσει και ο αδερφός μου έναν χρόνο πριν. Μπορεί να φανεί περίεργο αλλά η σχολή ήταν επιλογή μου, διότι πιστεύω στον Θεό και θεωρώ ότι με έχει βοηθήσει πολύ αυτή η πίστη. Η Θεολογική σχολή όμως εδώ είναι μονοδιάστατη, δεν σου ανοίγει ορίζοντες. Μέσα στη σχολή ανακάλυψα το θέατρο, έδωσα στο Εθνικό μετά, και έκτοτε δεν γύρισα πίσω. Όσον αφορά την πίστη, μέσα μου κρατώ το ουσιαστικό, βαθύ κομμάτι της πίστης. Προσεύχομαι.

-Τολμάτε να μιλήσετε ανοιχτά…

Μάλλον εδώ βγαίνει αβίαστα. Από την άλλη, δεν έχω κανένα λόγο να δίνω συνεντεύξεις. Βαριέμαι όταν όλοι παρουσιάζουν τις ζωές τους ρόδινες. Δεν είναι ρόδινη η ζωή. Και νιώθω την ευθύνη να πω σε ένα νέο παιδί ότι μπορεί να τα καταφέρει ακόμα και εάν είχε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ακόμα και αν του έλειψαν πράγματα. Έχω μεγάλη αγωνία για τους νέους που δυσκολεύονται συναισθηματικά και ψυχικά. Και πιστεύω ότι υπάρχει φως και πρέπει να αναζητήσουν τη δημιουργική τους πλευρά.   

-Ξεκινήσατε νωρίς με δυνατές συνεργασίες. Ο πρώτος σκηνοθέτης σας ήταν ο Στ. Λιβαθηνός;

Ναι, μόλις τέλειωσα τη σχολή, έκανε οντισιόν για τις «10 Εντολές» και με πήρε για τον Ηλίθιο. Νομίζω ότι σε ένα βαθμό ήταν και τύχη.

-Κάτι βλέπουν όμως οι σκηνοθέτες σε σας;

Ίσως το ότι είμαι απολύτως διαθέσιμη. Αφήνομαι και εμπιστεύομαι τους σκηνοθέτες μου. Επίσης, βαριέμαι τα ίδια και τα ίδια, οπότε θέλω να είμαι διαφορετική σε κάθε έργο. Κουράζομαι πολύ ψυχικά με τους ρόλους μου, δεν έχω την τεχνική της απόλυτης αποστασιοποίησης, δεν τη θέλω κιόλας, για αυτό εξαντλούμαι. 

-Τι χρειάζεται ένας ηθοποιός για να γίνει καλός;

Συναισθηματική νοημοσύνη. Νομίζω ότι είναι το πιο σημαντικό από όλα. Να ξέρεις να βλέπεις και να ακούς αλλιώς αυτά που γίνονται γύρω σου ή και μέσα σε ένα έργο.

-Τι κάνετε στον ελεύθερό σας χρόνο;

Διαβάζω πολύ λογοτεχνία. Θυμάμαι πόσο με είχε επηρεάσει ο Βέρθερος του Γκαίτε. Βέβαια το είχα διαβάσει σε μια πολύ ευαίσθητη ηλικία. Μου αρέσει όμως το δίπτυχο έρως-θάνατος. Για αυτό μου αρέσει η ρομαντική και η γοτθική λογοτεχνία. Δεν ξέρω πώς ταυτίστηκε η έννοια του ρομαντισμού με το σαχλό. Ο ρομαντισμός έχει θάνατο και μεγάλη θλίψη. Έτσι ανακάλυψα και το «Άρμαντέηλ» που διασκευάσαμε με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη και το σκηνοθέτησε. Από τα πιο ωραία μυθιστορήματα μυστηρίου και από τις πιο ωραίες συνεργασίες. Έχουμε να περιμένουμε πολλά από τον Κωνσταντίνο ως σκηνοθέτη.

-Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνετε όταν ξυπνάτε;

Πίνω καφέ και βάφομαι. Δεν ξέρω γιατί αλλά επειδή μου αρέσει πολύ η δεκαετία του ’20 και του ’30 μου αρέσει όλο αυτό το στυλ της γυναίκας. Και στο ντύσιμο. Οπότε μεταφέρομαι εκεί. Δυστυχώς αισθάνομαι ότι η εποχή που ζούμε δεν έχει μυστήριο, έχει μια περίεργη μοναξιά. Δεν έχει ποίηση.

INFO
Το «Κρίμα που είναι πόρνη» του Τζον Φορντ σε σκηνοθερία Δ. Λιγνάδη στο θέατρο Χώρα θα παίζεται μέχρι την 1Η Μάρτιου. Το «Αρμαντέηλ» του Γουίλκι Κόλλινς σε σκηνοθεσία Κ. Ασπιώτη θα παίζεται στο Ρεξ κάθε Δευτέρα από 2 Φλεβάρη και για έξι παραστάσεις. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ