Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Μας αξίζει, δεν μας αξίζει

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο τίτλος του σχολίου παραπέμπει σε ένα παιχνίδι. Παλιό, άκαιρο, εκτός κλίματος. Το ερώτημα («μ’ αγαπάς, δε μ’ αγαπάς») είχε άλλο χαρακτήρα, εφηβικό, η σημερινή εποχή επιβάλλει δικά της, επιτακτικά, διλήμματα.

Μας αξίζει ή δεν μας αξίζει αυτό που βιώνουμε εδώ και πέντε χρόνια, πέντε μήνες και πέντε ημέρες; Από το 2010, τις 25 Ιανουαρίου και –κυρίως– από την περασμένη Δευτέρα έως σήμερα, η ζωή στην Ελλάδα είναι αγνώριστη.

Πολύ συχνά, τον τελευταίο καιρό, οι λιγότερο μαχητικοί και περισσότερο καταθλιμμένοι φίλοι, αφήνουν σε στιγμές περισυλλογής (άφθονες πλέον λόγω ανεργίας και αναμονής στις ουρές των ΑΤΜ...) να διατυπωθεί το ερώτημα σαν αναστεναγμός: αλήθεια, μας αξίζει αυτό που συμβαίνει;

Η συζήτηση θα ήταν ατέρμονη και χωρίς συμπεράσματα αν δεν ανέκυπτε το δημοψήφισμα της Κυριακής. Ο πρώτος κύκλος που θα κλείσει, μεθαύριο, με ένα ΝΑΙ ή με ένα ΟΧΙ θα γείρει αποφασιστικά την πλάστιγγα προς τη μια ή την άλλη πλευρά του διλήμματος.

Τι δεν μας αξίζει; Ο διχασμός. Κάποιοι παραμένουν «οι αγανακτισμένοι της πλατείας Συντάγματος». Ακίνητοι. Πετρωμένοι από φθόνο και μνησικακία. Με σταθερό σύνθημα «να καεί, να καεί το μπ...». Αλλοι, ψύχραιμοι, αναλογίζονται λάθη και ευθύνες, δεν μιλούν για «λυκοσυμμαχίες» και δεν βλέπουν τους Ευρωπαίους εταίρους σαν «συμμορία μεγαλοτοκογλύφων». Πιστεύουν, με όποια λάθη και ζημίες, ότι η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας είναι αδιαπραγμάτευτη.

Θα διαφωνήσουμε αν προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε ταξικά ή ηλικιακά της δύο αυτές ομάδες. Ειδικά αν προσθέσουμε στην καταγραφή της ελληνικής κρίσης την τελευταία εβδομάδα, με την κορύφωση του δράματος των μικροσυνταξιούχων και μικροκαταθετών. Εκατόν είκοσι ευρώ την εβδομάδα, έναντι, με βιβλιάριο. Εξήντα ευρώ την ημέρα με κάρτα ανάληψης... Πολλά άλλαξαν σε αυτές τις ουρές στα ΑΤΜ. Σε όσους τις βιώνουν «ταπεινωμένοι» και όσους τις παρακολουθούν «με αξιοπρέπεια» από τις τηλεοπτικές οθόνες τους. Σε όσους καταρρέουν είτε από τη ματαίωση και την απομάγευση (ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ) είτε από τον εξευτελισμό των ψεμμάτων, των λαθών, του επικοινωνιακού εμπαιγμού (γενικώς ψηφοφόροι).

Δε μας αξίζει το επίπλαστο «success story». Ιδιοτέλειες που ξορκίζουν μεταρρυθμίσεις –εδώ και πέντε χρόνια– προστατεύουν «πελάτες», αυξάνοντας το δημόσιο χρέος και την ανεργία. Δεν μας αξίζει ένα πολιτικό σύστημα που φροντίζει μόνο για την αναπαραγωγή του. Δεν μας αξίζει να μας διαβεβαιώνουν ότι «στις δύσκολες στιγμές που περνάει ο τόπος οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας διασφαλίζουν τη σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας. Ενας δημοκρατικός στρατός και οι δημοκρατικές ένοπλες δυνάμεις συνεχίζουν να διαφυλάσσουν με την αποστολή τους την εικόνα της χώρας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό» (χθεσινή δήλωση Π. Καμμένου). Υστερα από πέντε χρόνια, πέντε μήνες και πέντε ημέρες o εθνολαϊκισμός, δεξιός και αριστερός, καλπάζει, μεταλάσσεται διαρκώς, παραληρεί, διογκώνεται, εκτρέπεται.

Τι μας αξίζει; Εδώ, αρχίζουν τα δύσκολα. Συνοπτικά: μας αξίζουν οι επιλογές που κάνουμε και που απομένει να κάνουμε. Ο δικαιολογημένος θυμός, που ελέγχεται και τιθασσεύεται, που δεν ακυρώνει μια χρεοκοπημένη πραγματικότητα για μια άλλη, ολέθρια, αμείλικτη, μη αναστρέψιμη καταστροφή. Μας αξίζει μια καλύτερη Ευρώπη, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της δημοκρατικής παράδοσης, της σοσιαλδημοκρατίας. Ναι, μας αξίζει να είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα, με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει ή δεν σημαίνει πια. Οι αλλαγές συνδιαμορφώνονται, αναγκαστικά, μόνο εντός πλαισίου θεσμικού, κοινωνικού, πολιτισμικού. Εντός Ευρώπης. Γιατί «κακά τα ψέματα», που έλεγε πριν από καιρό ο κ. Βαρουφάκης. «Αν γίνει δημοψήφισμα θα είναι για το ευρώ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ