ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Τσιτσάνης... μπλοκμπάστερ

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου (Βασίλης Τσιτσάνης) και η Βασιλική Τρουφάκου (Λέλα) στο πάλκο. STUDIO KOMINIS PHOTOGRAPHY.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ολα ξεκίνησαν πριν από πέντε χρόνια, όταν μια εταιρεία παραγωγής έδωσε στον Μανούσο Μανουσάκη ένα σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα «Ουζερί Τσιτσάνης» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Εκείνος δεν ενθουσιάστηκε ιδιαίτερα. Διείδε, όμως, ότι κάτι πολύ ενδιαφέρον υπήρχε στην ιστορία και αποφάσισε να πάει κατευθείαν στην πηγή: το βιβλίο. «Πέρα από τη λογοτεχνική του αξία, ήταν χρυσωρυχείο για έναν σεναριογράφο», λέει ο σκηνοθέτης. «Εδινε τη δυνατότητα -προσθέτοντας πράγματα ή μετατοπίζοντας, κάποιες φορές, το κέντρο βάρος της αφήγησης- μέσα από μια απλή ερωτική ιστορία να πετύχεις την αντανάκλαση της σημερινής πραγματικότητας: να καταδικάσεις το ρατσισμό, να δείξεις τι είναι ναζισμός σε όσους δεν το γνωρίζουν και να το υπενθυμίσεις σε όσους το έχουν ξεχάσει...»

Και το ταξίδι ξεκίνησε... Στο πλευρό των ανθρώπων της παραγωγής και των σεναριογράφων (Βασίλης Σπηλιόπουλος, Αντα Γκουρμπαλή, Μανούσος Μανουσάκης) βρέθηκαν ιστορικοί αλλά και άνθρωποι που έζησαν τα συνταρακτικά γεγονότα της εποχής που αναβιώνει στην ταινία. Καθένας πρόσθεσε τη δική του, πολύτιμη, ψηφίδα στο υπέροχο ψηφιδωτό που θα ξεδιπλωθεί στους κινηματογράφους.

Η ιστορία

Θεσσαλονίκη, 1943. Το βαρύ πέπλο της γερμανικής Κατοχής έχει σκεπάσει τα πάντα. Ταγματασφαλίτες, πείνα, συλλήψεις, εκτελέσεις, Αντίσταση. Τα πρώτα τρένα φεύγουν για το Αουσβιτς. Σε αυτό το ζοφερό φόντο ανθεί ο απαγορευμένος έρωτας μιας Εβραίας και ενός χριστιανού: της Εστρέας και του Γιώργου. Παράλληλα, το «Ουζερί Τσιτσάνης» εξακολουθεί να λειτουργεί. Και ο Βασίλης Τσιτσάνης, 28 ετών τότε, διανύει τα πιο δημιουργικά του χρόνια, συνθέτοντας μερικά από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του - ανάμεσά τους και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Την εμπνεύστηκε ένα ξημέρωμα, όταν, φεύγοντας από το μαγαζί, είδε ίχνη αίματος πάνω στο χιόνι. Τα ακολούθησε και βρέθηκε μπροστά σε ένα νεκρό παλικάρι. Η σκηνή αυτή υπάρχει στην ταινία: ισχυρός δεσμός ανάμεσα στην κινηματογραφική μυθοπλασία και την «απτή» ιστορία...

«Οι ήρωες είναι νέα παιδιά, που δεν διαφέρουν και πολύ από τα σημερινά: τότε πάσχιζαν να επιβιώσουν και να φτιάξουν τη ζωή τους υπό τις ακραίες συνθήκες της Κατοχής σήμερα κάτι αντίστοιχο συμβαίνει υπό τις συχνά άγριες συνθήκες μιας οικονομικής κρίσης», τονίζει ο Μανούσος Μανουσάκης. Η σχέση του με τον Τσιτσάνη; «Πλημμελής», παραδέχεται γελώντας. «Ασφαλώς και ήξερα τα τραγούδια του, αλλά δεν είχα ψάξει περισσότερο. Μέσα από τη διαδικασία της ταινίας μού δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα και, κυρίως, να κατανοήσω το βάσανο της δημιουργίας που τον χαρακτήριζε - όπως κάθε σπουδαίο καλλιτέχνη».

Τα πρόσωπα

Στην επιλογή των ηθοποιών που θα ενσάρκωναν τους ήρωες της ταινίας ο σκηνοθέτης δεν δυσκολεύτηκε. Στην αίθουσα ενός κινηματογράφου, βλέποντας τη «Μικρά Αγγλία», συνάντησε τον... Τσιτσάνη. «Αυτός είναι!» είπε αντικρίζοντας τον Ανδρέα Κωνσταντίνου. «Δεν χρειάστηκε ούτε από οντισιόν να περάσει. Ο Ανδρέας είναι δημιουργικός, το ψάχνει, προτείνει πράγματα. Κι αν έχεις την εξυπνάδα ως σκηνοθέτης να τον... ξεζουμίσεις, θα κάνεις θαύματα», εξηγεί ο κ. Μανουσάκης. Πράγματι, ο πρωταγωνιστής δούλεψε σκληρά. Διάβασε πολύ, έκανε μαθήματα μπουζουκιού, άκουσε τα τραγούδια του Τσιτσάνη, τον παρατήρησε μέσα από φωτογραφίες και βίντεο, μελέτησε τα μικρά... σουσούμια του. «Δεν ξέρω αν ταυτίστηκα με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Προσπάθησα να δω πώς είναι να είσαι προικισμένος σε ένα πράγμα υπό αυτές τις συνθήκες. “Γνώρισα” έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, της πράξης παρά των λόγων, με ταπεινότητα και τελειομανία», λέει.

Δίπλα στον Ανδρέα, στο πάλκο του «Ουζερί Τσιτσάνης», θα δούμε τη Βασιλική Τρουφάκου. Ενσαρκώνει τη Λέλα, ένα λαϊκό κορίτσι με έξοχη φωνή και έκπαγλη ομορφιά. Ο απελπισμένος έρωτάς της για τον Τσιτσάνη την οδηγεί στην αγκαλιά ενός αμφιλεγόμενου, ισχυρού άνδρα. «Χωρίς να τη βλέπω σαν αγία, είναι ένας άνθρωπος που παλεύει μέχρι τέλους. Και το πιο γοητευτικό είναι πως τα διεκδικεί όλα μόνη της. Προσπάθησα να μπω στη θέση της να σκεφτώ τι σήμαινε εκείνα τα χρόνια μια γυναίκα μόνη να φροντίζει την άρρωστη μητέρα της, να μην έχει ανδρική παρουσία δίπλα της, να “περπατά” σε ένα χώρο όπου υπάρχουν μόνο άνδρες», λέει η νεαρή ηθοποιός.
Οσο για τον άλλο «πόλο» της ιστορίας; Ο βραβευμένος με το βραβείο «Δημήτρης Χορν» Χάρης Φραγκούλης υποδύεται τον Γιώργο, που έχει δραστήρια ανάμειξη στην Αντίσταση και αφήνει πίσω του ένα εξασφαλισμένο μέλλον για να ανοίξει ουζερί με τον Τσιτσάνη. «Η αμεσότητα, η ειλικρίνεια, η δύναμή του» είναι όσα θαυμάζει στο χαρακτήρα του. O Γιώργος είναι ερωτευμένος με την Εστρέα. Το ρόλο πήρε η πρωτοεμφανιζόμενη Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη. Τι διδάχθηκε από την ιστορία που πραγματεύεται η ταινία; «Οτι μπορεί κανείς να σταθεί απέναντι και στα πιο τραγικά γεγονότα, ενάντια στο φόβο και στην προκατάληψη, χωρίς να κλείσει τα μάτια, χωρίς να λιποψυχήσει».

Η παραγωγή

Η... αριθμητική της ταινίας μαρτυρεί τη δυσκολία του εγχειρήματος: 60 ηθοποιοί, 2.500 βοηθητικοί ηθοποιοί, 6.000 κοστούμια εποχής, τρεις μήνες γυρισμάτων. Πώς είναι να κάνεις τέτοιο σινεμά σε εποχές κρίσης; Ο Μανούσος Μανουσάκης χαμογελά πονηρά. «Ηδονή! Ειδικά κάθε φορά που ένα πρόβλημα ξεπερνιόταν. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο μας δυσκόλεψαν οι χώροι. Εχουμε κατεδαφίσει τα πάντα σ’ αυτήν τη χώρα, έχουμε εξαφανίσει όλα τα ίχνη της ιστορικής μας μνήμης. Χτίζαμε τοίχους. Τους βάφαμε. Το βράδυ οι πιτσιρικάδες περνούσαν και ζωγράφιζαν γκράφιτι. Βάζαμε σεκιουριτάδες να τους φυλάνε όλη νύχτα. Μόνο στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιήσαμε 1.200 βοηθητικούς ηθοποιούς. Στη σκηνή του τρένου 700 - και οι περισσότεροι ήταν εθελοντές. Ερχονταν Θεσσαλονικείς κάθε ηλικίας και προσφέρονταν να βοηθήσουν. Το ζούσαν το γύρισμα, έκλαιγαν, ήταν αφορμή να ανασύρουν μνήμες από την ιστορία των οικογενειών τους». Και ποια είναι η πρόβλεψή του για τη «μοίρα» της ταινίας; «Εχουμε αρχίσει, ως λαός, να εκτιμάμε τα προϊόντα μας - και τα πολιτιστικά. Δείτε τι έγινε με τη “Μικρά Αγγλία” και τον “Αστακό”. Ναι, λοιπόν, είμαι αισιόδοξος!»

Το CD με τη μουσική της ταινίας στην  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ στις 13/12

Το έργο του συνθέτη Θέμη Καραμουρατίδη, που ανέλαβε να αναπαραστήσει μουσικά την εποχή αλλά και να επενδύσει δραματουργικά με πρωτότυπες δημιουργίες την ιστορία του Μανούσου Μανουσάκη, ήταν δύσκολο. Η δική του μουσική έπρεπε να παραπέμπει στα χρόνια εκείνα, αλλά να μην είναι μουσειακή, να μην ακούγεται ξένη στον νέο θεατή. Και, το κυριότερο, να υπογραμμίζει την εικόνα χωρίς ούτε να την υπερβαίνει ούτε να την αδικεί. Και το κατάφερε! Τα 27 κομμάτια που συνθέτουν το σάουντρακ -πρωτότυπες μελωδίες, διασκευές και επανεκτελέσεις τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη- λειτουργούν μέσα στην ταινία σαν μια δεύτερη, εξίσου συναρπαστική, αφήγηση.

Πόσο κοντά στον Τσιτσάνη νιώθει, όμως, ο ίδιος ως δημιουργός; «Δεν μπορώ να απαντήσω. Το θεωρώ ασέβεια να πω ότι νιώθω κοντά του. Θα ήθελα όμως να είμαι πάρα πολύ κοντά του, να φτάσει μια στιγμή που να αγγίξω τη δική του δωρικότητα, τη δική του απλότητα, τη δική του καθαρότητα στις μελωδίες, τη δική του ειλικρίνεια», λέει.

Το CD με το σάουντρακ του «Ουζερί Τσιτσάνης», που κυκλοφορεί από τη Feelgood Records, θα είναι η νέα μεγάλη προσφορά της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ στους αναγνώστες της, την Κυριακή 13 Δεκεμβρίου. Σε αυτό περιλαμβάνεται και μια σπάνια εκτέλεση της «Συννεφιασμένης Κυριακής» από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας Τσιτσάνη, ερμηνευμένο από τον ίδιο τον συνθέτη και την Ελένη Γεράνη.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ