Στάθης Ν. Καλύβας* ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Ζόφος, αποστασιοποίηση και εμπιστοσύνη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενα από τα βασικά χαρακτηριστικά των μεγάλων κρίσεων, είτε μιλάμε για πολέμους είτε για οικονομικές καταστροφές, είναι η απόλυτη αδυναμία των ανθρώπων που τις ζουν να φανταστούν μια διαφορετική πραγματικότητα από την υπάρχουσα. Η αίσθηση της ματαιότητας και του αδιεξόδου, η αντίληψη πως τίποτα δεν θα αλλάξει ποτέ και πως η κρίση μόνο θα βαθαίνει και θα χειροτερεύει είναι εγγενής τέτοιων καταστάσεων. Πρόκειται για μια στάση που εδράζεται σε ψυχολογικές διεργασίες όπως η μηχανική προβολή του παρόντος στο μέλλον και η κομφορμιστική σκέψη, το λεγόμενο groupthink. Με την ίδια λογική άλλωστε, όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, όλοι φαντάζονται πως θα εξακολουθήσουν να βελτιώνονται. Ετσι δημιουργούνται οι οικονομικές και πολιτικές «φούσκες». Ενα επακόλουθο είναι και η κριτική που ασκείται σε όσους αμφισβητούν αυτό το μοντέλο σκέψης ως γραφικών.

Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα αυτοπαγίδευσης σε κατάθλιψη· θα αναφέρω μόνο δύο. Στην «Ιστορία του Ελληνικού Κράτους 1830-1920», ο Γιώργος Δερτιλής περιγράφει με γλαφυρό τρόπο το πώς η ζοφερή περίοδος που ακολούθησε τη χρεοκοπία του 1893 και την ήττα του 1897 οδήγησε τους ανθρώπους σε μια μόνιμη απελπισία και κατάθλιψη. Ετσι, από τη σκοπιά του 1908, το 1913 φάνταζε εντελώς αδύνατο. Την ίδια αίσθηση αποκομίζει κανείς διαβάζοντας την έκθεση του Πολ Πόρτερ, του Αμερικανού απεσταλμένου του προέδρου Τρούμαν, ο οποίος το 1947 περιέγραφε πως κανείς δεν περίμενε το παραμικρό για την Ελλάδα και πως η χώρα χρειαζόταν ένα θαύμα, όπως επιγραφόταν το άρθρο του σε μεγάλο περιοδικό. Ομως, το 1950 ξεκίνησε το μεγαλύτερο οικονομικό άλμα που πραγματοποίησε ποτέ η χώρα.

Τόσο η διεθνής όσο και η ελληνική πραγματικότητα είναι ζοφερές. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις, η προσφυγική κρίση, η οικονομική αστάθεια και η άνοδος του λαϊκισμού εμπνέουν φόβο, ενώ το πολιτικό και οικονομικό τέλμα στο οποίο έχει βυθιστεί η χώρα μόνο απαισιόδοξες σκέψεις γεννά. Ειδικά σε μια τέτοια συγκυρία είναι απαραίτητη μια αποστασιοποίηση. Τι εννοώ μ’ αυτό;

Η απομάκρυνση από την αδυναμία να σκεφτούμε τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δραστηριοποίησή μας στο μικροεπίπεδο. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να μην είναι γενικευμένη, είναι όμως ορατή και αναγκαία. Είναι σίγουρα ορατή στον εθελοντισμό που έγινε φανερός όταν ξέσπασε η προσφυγική κρίση στη χώρα μας. Και είναι λιγότερη ορατή σε ένα διαφορετικό πεδίο, που είχα την τύχη να διαπιστώσω πρόσφατα. Σε πολλές γειτονιές της Αθήνας και αρκετές πόλεις της επαρχίας έχουν δημιουργηθεί βιβλιοπωλεία νέου τύπου. Δεν είναι απλά εμπορικά καταστήματα που πουλούν βιβλία, αλλά χώροι κοινωνικής συνεύρεσης και επικοινωνίας χτισμένοι γύρω από την ιδέα της γνώσης και του διαβάσματος. Στα βιβλιοπωλεία αυτά υπάρχουν καφέ, κάμποσα έχουν στήσει δραστήριες ιστοσελίδες και μπλογκ για βιβλία, ενώ όλα διοργανώνουν τακτικές ομιλίες με συγγραφείς. Εκεί θα συναντήσει κανείς προβληματισμένους πολίτες που μπορούν να συνυπάρχουν και να συνδιαλέγονται με έναν ασυνήθιστα ώριμο τρόπο. Πρόκειται για κύτταρα δημιουργικής δραστηριότητας που προσφέρουν μια δημιουργική διέξοδο σε ένα όχι ευκαταφρόνητο κοινό. Αντίστοιχες δραστηριότητες δρομολογεί και μια πανσπερμία νέου τύπου τοπικών συλλόγων που ξεφεύγουν από το παραδοσιακό φολκλόρ και λειτουργούν με χαρακτηριστική εξωστρέφεια.

Ολα αυτά μπορεί να ακούγονται πολύ ωραία και συμπαθητικά, αλλά έχουν τελικά σημασία; Προφανώς αφορούν μικρές ομάδες ανθρώπων, σε καμιά περίπτωση δεν εκφράζουν μια ευρύτερη κοινωνική τάση και, επομένως, δύσκολα βάζουν την ορατή σφραγίδα τους σε μεγάλες πολιτικές ή κοινωνικές εξελίξεις. Είναι επίσης πολύ εύκολο να απογοητευτεί κανείς αν θεωρήσει πως μια τέτοια δραστηριότητα μπορεί να παραγάγει άμεσες αλλαγές. Πρόκειται, παρ’ όλα αυτά, για μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, γιατί αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία δομείται σιγά σιγά μια πραγματική κοινωνία πολιτών.

Στην Ελλάδα, η κοινωνία των πολιτών δομήθηκε κυρίως στη βάση επαγγελματικών διεκδικήσεων, δηλαδή ενός στενού οικονομικού συμφέροντος. Δεν υπάρχει τίποτα αρνητικό σ’ αυτό, πρόκειται για μια φυσιολογική δραστηριότητα. Δεν αρκεί όμως και αυτό γιατί οι δεσμοί που αναπτύσσονται ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν συνδέει κάποιο στενό κοινό συμφέρον έχουν μεγαλύτερο βάθος και, το κυριότερο, επιτρέπουν την ανάπτυξη της κοινωνικής εμπιστοσύνης, εκείνης δηλαδή που διαχέεται πέρα από τα στενά οικογενειακά και επαγγελματικά δίκτυα αλληλοεξυπηρέτησης. Οπως έχουν δείξει πολλές μελέτες, η διάχυση της εμπιστοσύνης είναι πολύτιμη καθώς σχετίζεται με μια σειρά από δείκτες ανθρώπινης ανάπτυξης. Από τέτοιου είδους δραστηριότητες απορρέει άλλωστε και η έννοια της συλλογικότητας, που έχει τόσο φθαρεί στην Ελλάδα ώστε συχνά να χρησιμοποιείται για να περιγράψει (και με θετικό μάλιστα πρόσημο) ομάδες κομματικών εγκαθέτων και ενίοτε τραμπούκων (οι περίφημες «συλλογικότητες»).

Η συνύπαρξη και συνεργασία των ανθρώπων πέρα από τον χώρο της εργασίας και του στενού κύκλου τους είναι μια προϋπόθεση της ανάπτυξης και συντελείται στο μικροεπίπεδο. Εχει σημαντικές αλλά έμμεσες και μακρόχρονες επιπτώσεις και χρειάζεται την αποστασιοποίηση από τον κυρίαρχο ζόφο και την περιρρέουσα μιζέρια. Απαιτεί τη δυνατότητα να φανταστούμε ένα διαφορετικό και καλύτερο μέλλον.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ