Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Επόμενος σταθμός: Δυστοπία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Π​​​​ώς είναι η νύχτα στην Ειδομένη», αναρωτήθηκα, αφήνοντας πίσω μου τον καταυλισμό ύστερα από μια δίωρη μεσημεριανή επίσκεψη. Το φως είχε αρχίσει να πέφτει και το κρύο να περονιάζει. Την προηγούμενη Παρασκευή, με τη σκηνοθέτιδα Πέννυ Παναγιωτοπούλου αποφασίσαμε να κάνουμε αυτήν τη διαδρομή, φεύγοντας για λίγο από τη Θεσσαλονίκη και το 18ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Πολλοί από τους καλεσμένους, εξάλλου, Ελληνες και ξένοι, θέλησαν να επισκεφθούν την Ειδομένη. Επιστρέφοντας, κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς είχε δει και πώς μπορούσε να το περιγράψει. Ενα δράμα σε εξέλιξη. Και πόσο μπορεί να «εξελίσσεται» ένα δράμα; Μέρες, μήνες, χρόνια; Ηδη τις τελευταίες μέρες η κατάσταση έχει επιδεινωθεί τόσο, ώστε ένα θανατηφόρο «ατύχημα» να μοιάζει μονόδρομος. Οι ΜΚΟ, που μέχρι σήμερα συντηρούσαν μια στοιχειώδη καθημερινότητα στους περισσότερους από 12.000 πρόσφυγες και μετανάστες, αποχωρούν και επιστρέφουν αποσπασματικά, επικαλούμενες λόγους ασφαλείας, γιατί υπάρχουν εντάσεις μεταξύ των προσφύγων. Η κυβέρνηση, τραγικά απούσα (αν εξαιρέσει κανείς τις επισκέψεις στελεχών της...). Δεν συγκροτήθηκε ποτέ το στοιχειώδες: ένα κλιμάκιο με κρατικούς υπαλλήλους που θα συντόνιζε τις δράσεις των ελληνικών και ξένων ΜΚΟ και εθελοντών, αποκλείοντας όσες και όσους, οργανωμένα ή μη, παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια εις βάρος των προσφύγων (όπως στο επεισόδιο με τα Σκόπια). Λες και η μη παρουσία του κράτους απαλλάσσει την κυβέρνηση από τις ευθύνες του –ο μη γένοιτο– «ατυχήματος». Το αντίθετο θα συμβεί.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στην Ειδομένη της Παρασκευής 18 Μαρτίου. Το ηλεκτρονικό ρολόι, δίπλα στη φωτεινή επιγραφή «Καλώς ήρθατε στην Ειδομένη» (και στα αγγλικά), έδειχνε 3.10. Μια πολύ μεγάλη ουρά είχε σχηματιστεί στο σημείο όπου γινόταν η «επίσημη» διανομή φαγητού. Γιατί σε όλη την έκταση της αυτοσχέδιας αυτής πόλης, με κεντρικές αρτηρίες-λεωφόρους και, ακτινωτά, «γειτονιές» στους λασπότοπους, κυκλοφορούν εκατοντάδες άνθρωποι και αυτοκίνητα που μεταφέρουν διάφορα είδη πρώτης ανάγκης, κυρίως τρόφιμα. Φρούτα, μαγειρεμένο φαγητό, όπως η σούπα που είδαμε να μοιράζουν σε πλαστικά ποτήρια.

Ουρές παντού. Προβάλλουν εκεί όπου πριν από δευτερόλεπτα δεν υπήρχε κανείς. Οι κάτοικοι του καταυλισμού χαμογελούν στους επισκέπτες, λένε «hello», ποζάρουν στη μικρή ψηφιακή φωτογραφική μηχανή της Πέννυς. Ενα αγοράκι θέλει να δει τις φωτογραφίες του και της ζητάει να τις δείξει και στη μητέρα του, που παρακολουθεί λίγα βήματα παραπέρα. Είναι τόσες οι κάμερες, τα τηλεοπτικά συνεργεία, οι φωτορεπόρτερ, τα βαν με δορυφορικές κεραίες, που νομίζει κανείς ότι ζει σε εικονική πραγματικότητα. Δυστοπική και εικονική. Βοηθάει και αυτός ο ήλιος, τυλιγμένος από μια πηχτή αιθαλομίχλη. Παντού μικρές εστίες από φωτιές με ξύλα, χαρτιά, οτιδήποτε μπορεί να καεί και να ζεστάνει. Ενας ήλιος φωτεινός αλλά σκιασμένος τόσο, που μοιάζει να παγώνει, να λιγοστεύει.

Το ηλεκτρονικό ρολόι δείχνει κοντά πέντε. Ο χρόνος μετράει, αλλά δεν περνάει. Μοιάζει σαν να μην αφορά κανέναν. Μόνο το συρματόπλεγμα των συνόρων στο βάθος μετράει. Δύο πρόσφυγες στέκονται ακίνητοι πάνω στις γραμμές με ένα χαρτόνι που πάνω γράφει (στα αγγλικά): «Ευχαριστούμε που κλείσατε τα σύνορα και καταστρέφετε τις ελπίδες μας...». Ενας μικρός διαλαλεί την πραμάτεια του. Τσιγάρα: «Five euro, five euro...». Ενα χέρι προβάλλει μέσα από το άνοιγμα μιας σκηνής φτιαγμένης από ανοιγμένες μαύρες σακούλες σκουπιδιών, για να πάρει ένα απλωμένο ρούχο. Κάδοι σκουπιδιών παντού, εθελοντές που φροντίζουν για την καθαριότητα. Αλλά η μάχη με τα σκουπίδια είναι άνιση. Οπου αντέχει το βλέμμα, σκηνές, άνθρωποι και ρούχα που στεγνώνουν. «Humans are more than passports», γραμμένο σε ένα σεντόνι, πάνω σε συρματόπλεγμα. Τα δύο τελευταία γράμματα κρυμμένα πίσω από έναν κάδο.

Στην κεντρική «λεωφόρο» βλέπεις τα πάντα: διαρκές πήγαινε - έλα, από παρέες, οικογένειες, όλοι κρατούν στο χέρι από κάτι, μια μικρή σακούλα με πορτοκάλια, πάμπερς, νερά, ξυλομπογιές, κάτι που παραπέμπει σε καφέ, οτιδήποτε· μπαρμπέρηδες με πυκνή πελατεία· πλανόδιους πωλητές, πρόσφυγες και αυτοί με ετερόκλητη πραμάτεια από κονσέρβες, τσιγάρα, ηλιέλαιο, χυμούς, εξαρτήματα για κινητά. Πώς αποκτήθηκαν δεν είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς. Υπόγειες δραστηριότητες, ανεξέλεγκτες, σε πλήρη ανάπτυξη. «Τα πάντα υπάρχουν εδώ», σχολιάζει κάποιο μέλος της ΜΚΟ ΑΡΣΙΣ (για την υποστήριξη των παιδιών και των νέων και την προάσπιση των δικαιωμάτων τους). Και η υπεύθυνη που στέκεται δίπλα του συνεχίζει: «Χάνεται εδώ η αξιοπρέπεια των ανθρώπων… Δεν στήνονται όλα τα μέλη μιας οικογένειας στις ουρές, γιατί, αν αφήσουν τη σκηνή τους χωρίς φύλαξη, θα τους κλέψουν. Οσο περνάει ο καιρός και τελειώνουν τα χρήματα, όλα θα γίνονται χειρότερα».

Το φως αρχίζει να πέφτει, οι επισκέπτες φεύγουν. Μας προσπερνά μια μικρή ομάδα του ουγγρικού Ερυθρού Σταυρού. «Είμαστε εδώ για δύο εβδομάδες», μας λέει μια κοπέλα. «Αισθάνομαι πολύ άσχημα, κυρίως για τα παιδιά. Είναι εδώ, είναι άρρωστα, σε πολύ κακή κατάσταση, χωρίς ρούχα και παπούτσια». «Κλειστά σύνορα, τι σκέφτεστε;» προλαβαίνω να ρωτήσω καθώς επιβιβάζονται στο αυτοκίνητο για να φύγουν.

Επιστρέφουν στην πατρίδα τους, κάποιοι άλλοι θα τους αντικαταστήσουν. «Αυτά είναι πολιτικά θέματα», απαντάει κοφτά η νεαρή Ουγγαρέζα.

Στις μεγαλύτερες σκηνές μαγειρεύουν, προσκαλούν τους φωτογράφους να φάνε φρεσκοτηγανισμένες, σε έναν τενεκέ, πατάτες. Ενα φορτηγό που μοιράζει ξύλα προκαλεί νέο συνωστισμό.

Η Πέννυ τραβάει λίγες ακόμη φωτογραφίες. Θα ήθελε να γυρίσει για να συνεχίσει το παιχνίδι με τον πιτσιρίκο που της πέταξε απροειδοποίητα στα πόδια της μια λασπωμένη μπάλα και, όταν είδε ότι είναι καλή στις πάσες, δεν την άφηνε να φύγει. Κάνει όμως κρύο και η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική.

Πώς είναι η νύχτα στην Ειδομένη; Λίγες μέρες μετά, ένα ρεπορτάζ του Σταύρου Τζίμα, που επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά την περιοχή, συμπληρώνει το παζλ. «Η ζωή στις λάσπες δεν σταματάει ούτε μετά τα μεσάνυχτα», γράφει. «Να πας στην Ειδομένη», μου είπε στο τηλέφωνο. «Γράφεται Ιστορία εκεί». Είχε δίκιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ