ΠΟΛΗ

Το σπίτι που βιογραφεί την Καβάλα

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το σπίτι της Καβάλας που έγινε αντικείμενο μελέτης. Χτίστηκε το 1903 από τον Δ. Σούλα και ανακαινίστηκε το 1936 από τον Χρ. Παπανικολάου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα σπίτι ηλικίας 113 ετών γίνεται η αφορμή να βιογραφηθεί μια πόλη. Το πατρογονικό της Μάγκυς Κριθαρέλλη στην Καβάλα, που διακρίνεται στις καρτ ποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα, είναι από τα τυχερά παλιά σπίτια που έπεσε σε καλά χέρια και περιβλήθηκε με αγάπη. Γεροχτισμένο στην εποχή του, ανακαινισμένο το 1936 από τους νέους, δεύτερους ιδιοκτήτες, κιβωτός αναμνήσεων και σημείο διασταύρωσης δύο διαδοχικών οικογενειακών δέντρων, το σπίτι στην Καβάλα έχει αναδειχθεί σε πηγή αστικής ιστορίας αλλά και σε ανεξάντλητο κουβάρι οικογενειακών αφηγήσεων.

Η Μάγκυ Κριθαρέλλη, εγγονή του δεύτερου ιδιοκτήτη του σπιτιού, Χρήστου Παπανικολάου, ως ιδανική ερευνήτρια στην ανασύσταση της Ιστορίας, με το πάθος του καλλιεργημένου ερασιτέχνη, μελέτησε την ιστορία του σπιτιού, το βιογράφησε εξονυχιστικά και μας παρέδωσε το βιβλίο «Η βιογραφία του πατρογονικού», που κυκλοφορεί σε άριστη καλλιτεχνική επιμέλεια από τις εκδόσεις Καπόν.

Είναι ένα πυκνό βιβλίο λίγο πάνω από 140 σελίδες γεμάτο ατμοσφαιρικές φωτογραφίες που κρατούν την αφήγηση της Μάγκυς Κριθαρέλλη εναργή. Αυτό που με εντυπωσίασε στη σύλληψη και στη σύνθεση του βιβλίου είναι ότι το αποτέλεσμα υπερβαίνει τις προσδοκίες του τίτλου, καθώς η «βιογραφία» εξελίσσεται σε πανοραμική θεώρηση των αστικών διαδρομών της Καβάλας και καταλήγει να βιογραφήσει όχι μόνο το ίδιο το σπίτι αλλά και τις δύο οικογένειες που συνδέθηκαν με την ιστορία του. Η πρώτη ως κτήτορες έως το 1936 και η δεύτερη ως νέοι ιδιοκτήτες από τον Μεσοπόλεμο έως σήμερα. Και γίνεται η θεώρηση αυτή ανατομία για την αστική εξέλιξη της ίδιας της Καβάλας ως παραδειγματικής πόλης σε ένα ιστορικό μεταίχμιο εθνοτήτων, εμπορίου, κοσμοπολιτισμού και εσωστρέφειας, σε μια τομή που μπορεί να προκαλέσει μετακινήσεις ανθρώπων, κεφαλαίων και ιδεών.

Ολα αυτά συνέβησαν στην ευημερούσα Καβάλα από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τουλάχιστον τον Μεσοπόλεμο, όταν τα ανατολικά καπνά ήταν περιζήτητα στις αγορές. Μια πόλη σε άνθηση επί οθωμανικής διοίκησης, με διαρκείς εντάσεις και κατοχές από τη βουλγαρική επεκτατικότητα, με οργανωμένη ζωή τις τελευταίες δεκαετίες, η Καβάλα ήταν και είναι ιδανικό σκηνικό και αστικό πλαίσιο για να υποδεχθεί ένα διώροφο νεοκλασικό σπίτι σαν αυτό που βιογραφήθηκε τόσο αριστοτεχνικά και με τόση λεπτομέρεια.

Η Μάγκυ Κριθαρέλλη οργανώνει, αρχικά, ένα προσωπικό αίσθημα που γίνεται δημόσιο κτήμα. Η ανάγκη της να διερευνήσει το παρελθόν του πατρογονικού σπιτιού της, ξεκινώντας μια μελέτη που σαφώς την οδήγησε σε μονοπάτια που δεν είχε φανταστεί, απηχεί μια ευρύτερη τάση, μικρή ή μεγάλη, για συναισθηματική, ιστορική και αισθητική αποκατάσταση ενός ασύντακτου, διάτρητου, κακοποιημένου και υποτιμημένου αστικού παρελθόντος. Γίνεται η ίδια, ακουσίως προφανώς, εκπρόσωπος ενός αισθήματος. Και μιας ανάγκης.

Η βιογραφία του σπιτιού είναι υφασμένη με τις προσωπικές αναμνήσεις μιας παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Αλλά αυτό που πράγματι είναι εξαιρετικά (και αντικειμενικά) ενδιαφέρον είναι η ακτινογραφία του σπιτιού.

Η περιήγηση μέσα στο ίδιο το σπίτι, που και αυτό εκπροσωπεί τη «γενιά» του, γίνεται με δύο τρόπους. Με την αναπαράσταση της κάτοψης και της οργάνωσης των χώρων και με την τροφοδοσία εξαιρετικών πληροφοριών και λεπτομερειών, που έχουν να κάνουν με την υιοθεσία των νέων οικιακών τεχνολογιών καθώς εξελίσσεται ο χρόνος. Είναι, με άλλα λόγια, και μια βίβλος οικιακής οικονομίας, πέρα από ένα ευαγγέλιο αστικής αρχιτεκτονικής για την Καβάλα και για κάθε αντίστοιχη πόλη στο αντίστοιχο μεσοαστικό επίπεδο.

Καθώς όμως διαβάζεις τη βιογραφία του σπιτιού, δεν είσαι απολύτως προετοιμασμένος για την τροπή του περιεχομένου, καθώς η κορύφωση στο δεύτερο μέρος απογειώνει το βιβλίο και το τοποθετεί σε άλλη κλίμακα από την πλευρά του ερευνητικού και του ιστορικού ενδιαφέροντος. Η Μάγκυ Κριθαρέλλη είχε την ιδέα να οργανώσει δύο παράλληλες ιστορικές έρευνες στις δύο οικογένειες που συνδέονται με την ιστορία του σπιτιού. Η δική της οικογένεια (Παπανικολάου) έχει στην ιδιοκτησία της το σπίτι από το 1936, έτος κατά το οποίο ο παππούς της συγγραφέως αποφάσισε να το ανακαινίσει και να το αναβαθμίσει τεχνολογικά. Το έκανε ένα μοντέρνο για την εποχή σπίτι, διατηρώντας την ομορφιά και την αρχοντιά του. Αλλά και η πρώτη οικογένεια που το έχτισε το 1903, την εποχή της αστικής ακμής της Καβάλας, η οικογένεια του Δημήτρη Σούλα, με καταγωγή από το Σούλι, ιχνηλατείται διεξοδικά. Διαδρομές, πρόσωπα, φιλοδοξίες, ανατροπές συνθέτουν σχεδόν κινηματογραφικά σενάρια. Αν βάλει κανείς σε μια σειρά τις διαδρομές των δύο οικογενειών, έχει σε μικρογραφία ελκυστικές και πειστικές εκδοχές της νεοελληνικής ιστορίας.

Η Καβάλα ήταν ο προορισμός και για τις δύο οικογένειες και αυτό λέει πολλά για τη δυναμική της πόλης. Ηταν η «Γη των Ευκαιριών». Ο Δημήτρης Σούλας έφτασε στην Καβάλα το 1897. Στον Μεσοπόλεμο έφυγε για τη Θεσσαλονίκη της μεγάλης ανοικοδόμησης. Ο Χρήστος Παπανικολάου (παππούς της συγγραφέως) και ο αδελφός του Αντώνης «ξεκίνησαν μαζί, με τα πόδια από το Ροδολίβος Σερρών, να κυνηγήσουν την τύχη τους στην Καβάλα». Από το 1962, κύριος του σπιτιού έγινε ο Κώστας Παπανικολάου, πατέρας της Μάγκυς Κριθαρέλλη, ένας άνθρωπος φιλοσοφημένος, που κατόρθωσε να παραδώσει το σπίτι αλώβητο στα παιδιά του και στον 21ο αιώνα.

​«Η βιογραφία του πατρογονικού» της Μάγκυς Κριθαρέλλη, εκδ. Καπόν, σελ. 143.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη