Ολυμπιακοί αγώνες Rio 2016

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Tα «τοτέμ» αποχωρούν, αλλά δεν εγκαταλείπουν τις εθνικές ομάδες

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα ασυγκράτητα δάκρυα που κύλησαν από τα μάτια του Αργεντινού Μανού Τζινόμπιλι, του Γάλλου Τόνι Πάρκερ και του Αμερικανού Καρμέλο Αντονι και έπεσαν πάνω στη φανέλα με το εθνόσημο που τίμησαν μέχρι σωματικής και ψυχικής εξαντλήσεώς τους, σήμανε το τέλος μιας αξιοθαύμαστης γενιάς παικτών στο παγκόσμιο μπάσκετ. Στο περυσινό Ευρωμπάσκετ, ήταν ο Γερμανός Ντιρκ Νοβίτσκι που αποχώρησε, ύστερα από τον αποκλεισμό των «πάντσερ». Τα κοινά χαρακτηριστικά όλων αυτών των παικτών είναι δύο και αποτελούν αναμφισβήτητα παράδειγμα μίμησης για την «κληρονομιά» που άφησαν στις εθνικές ομάδες των χωρών τους. Αποχώρησαν σε ηλικία άνω των 35 ετών και ενώ ήταν απόλυτα καταξιωμένοι με εκθαμβωτική λάμψη. Και οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες για τη χρονική αποχώρηση των περισσοτέρων, πρωτοκλασάτων παικτών της εθνικής Ελλάδας, παρά τις μεγάλες επιτυχίες που έχουν σημειώσει, με αποτέλεσμα να προκαλείται... ζήλια, πέραν του αναπάντητου ερωτήματος, γιατί ουδείς διεθνής σταρ δεν συνέχισε να παίζει μέχρι τα βαθιά... γεράματά του στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.

Με εξαίρεση τον «φάρο» του Παναγιώτη Γιαννάκη που κρέμασε τη φανέλα με το «6» σε ηλικία 36 ετών και όντας ρέκορντμαν συμμετοχών στο ευρωπαϊκό μπάσκετ με το ακατάρριπτο 351, μέχρι τώρα, αλλά και τον ανυπέρβλητο Νίκο Γκάλη που «κρέμασε» τη φανέλα της εθνικής στα 34 χρόνια του, το «αντίο» στην εθνική μπάσκετ είπαν όλοι οι στυλοβάτες της πρωταθλήτριας Ευρώπης του 2005 μεταξύ των 30ών και των 34ων γενεθλίων τους.

Οι «γκαούτσος» Τζινόμπιλι (39 χρ.), Σκόλα (36 χρ.) και Νοτσιόνι (36 χρ.), οι «τρικολόρ» Πάρκερ (34 χρ.), Ζελαμπάλ (33 χρ.) και Φλοράν Πιέτρους (35 χρ.), ο «ιπτάμενος» Ντιρκ Νοβίτσκι που διατηρούσε σχεδόν μόνος του τη Γερμανία σε ανταγωνιστικό επίπεδο την τελευταία δεκαετία, δεν είναι πιο... εθνικόφρονες από τον Διαμαντίδη που σταμάτησε, μόλις, σε ηλικία 30 ετών, τον 34χρονο Σπανούλη που αποχώρησε πέρυσι, τον 33χρονο Ζήση που σταμάτησε φέτος, τον Παπαλουκά και τον Τσαρτσαρή που είπαν «αντίο» στα 31 χρόνια τους ή τον Χατζηβρέττα στα 30 έτη του. Απαντες πρόσφεραν και επανέφεραν την εθνική στην ελίτ του παγκοσμίου μπάσκετ, αλλά ουδείς έκανε την υπέρβαση στο «κλείσιμο» του κύκλου του.

Δεν υπάρχει ειδικό... μέτρο πάθους, αγάπης και αφοσίωσης στις εθνικές ομάδες, ώστε να αποδεικνύεται ότι άλλοι αγαπάνε περισσότερο και άλλοι λιγότερο το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα. Οι εθνικές ομάδες, όπως συνέβη και με την ελληνική, χαρακτηρίζονται για την καλή παρέα των διεθνών παικτών που έχουν αποφασίσει να παραμερίσουν τα χρήματα που έχουν κερδίσει με την αξία τους σε συλλογικό επίπεδο και κάθε καλοκαίρι, τάσσονται κάτω από τη σημαία για να εκπροσωπήσουν τη χώρα τους σε μεγάλες διοργανώσεις.

«Αν είμαι υγιής, σκέφτομαι να αποχωρήσω στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο» είπε ο Πάου Γκασόλ που βοήθησε τα μέγιστα την εθνική Ισπανίας για να πρωταγωνιστήσει την τελευταία δεκαετία και θα μπορούσε κάλλιστα να συνεχίσει την καριέρα του στο ΝΒΑ, έχοντας απόλυτα ήσυχη την εθνική συνείδησή του. Πόσο χρονών θα είναι στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου το 2020; Θα είναι σαραντάρης! Μέχρι εξαντλήσεώς του δηλαδή και ενώ κανείς δεν θα... βαρεθεί να τον βλέπει να παίζει έστω και για δέκα λεπτά ή να υποστηρίξει ότι ο Γκασόλ και κάθε ιερό τοτέμ των εθνικών ομάδων «φρενάρει» την ανανέωσή τους και καταλαμβάνει θέση στη 12άδα. Η παρουσία παικτών κορυφαίας αξίας και προσφοράς, μόνο ως παράδειγμα λειτουργεί για τους νεότερους.

«Επαιξα 20 χρόνια στις εθνικές ομάδες της Αργεντινής και αν μπορούσα να νικήσω τον χρόνο, θα συνέχιζα» είπε ο Μάνου Τζινόμπιλι, μετά την ολοκλήρωση της εθνικής καριέρας του στο ολυμπιακό τουρνουά του Ρίο. Aπόλυτα «χορτασμένος» ο άσος των Σαν Αντόνιο Σπερς, με 4 δαχτυλίδια τίτλων του ΝΒΑ και ετήσιες αποδοχές 14 εκατ. δολ.

«Δεν υπήρξε καλοκαίρι που να σκέφτηκα ότι δεν θα πάω στην εθνική να συναντήσω τους φίλους μου και να κάνουμε το “θέλω” μας» συμπλήρωσε ο Μανού και έχει πανομοιότυπη νοοτροπία με τους αδελφούς Γκασόλ, τον Ναβάρο και όλους όσοι, τα πόδια και τα χέρια βαραίνουν λόγω ηλικίας και αναπόφευκτων καταπονήσεων, αλλά στην εθνική λένε «ναι», γιατί η μεγαλύτερη διάκριση θα είναι πάντα αυτή με το εθνόσημο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ