ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Πιο ανταγωνιστικές οι νέες επιχειρήσεις έναντι παλαιοτέρων

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Περισσότερες πωλήσεις και μεγαλύτερες αντοχές στην κρίση φαίνεται να εμφανίζουν οι καινούργιες επιχειρήσεις σε σύγκριση με τις παλιές, που μετρούν πάνω από δέκα χρόνια λειτουργίας. Ο λόγος; Πολλές από τις παλαιότερες επιχειρήσεις είχαν συσσωρευμένα προβλήματα, συμφωνίες για υψηλότερα ενοίκια, χρέη και παρωχημένες συχνά επιχειρηματικές πρακτικές, ενώ αρκετές από τις επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν εν μέσω κρίσης ξεκινούν με μειωμένη μεν πρόσβαση στη χρηματοδότηση, αλλά χωρίς βάρη προηγούμενων ετών, χαμηλότερα ενοίκια και με μικρότερες επιβαρύνσεις σε ό,τι αφορά το εργασιακό κόστος.

Ο νέος αυτός δυϊσμός στην επιχειρηματική σκηνή της χώρας αποτυπώνεται στην τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, η οποία παρουσιάστηκε χθες. Βεβαίως, υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις, με πολλές νέες επιχειρήσεις να κλείνουν λίγους μήνες αφότου ανοίξουν και στον αντίποδα πολλές παλαιές επιχειρήσεις που προσαρμόστηκαν με επιτυχία στα δεδομένα της πολυετούς ύφεσης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα αποτελέσματα της έρευνας της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) ακυρώνουν το αφήγημα της κυβέρνησης περί ανάκαμψης της οικονομίας, καθώς για το επόμενο εξάμηνο αναμένονται 18.100 νέα «λουκέτα» κυρίως σε πολύ μικρές επιχειρήσεις. Τούτο συνεπάγεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, ότι βρίσκονται «στο κόκκινο» 33.000 θέσεις συνολικής απασχόλησης, δηλαδή και μισθωτοί και εργοδότες και αυτοαπασχολούμενοι. Ο νέος δυϊσμός που προκύπτει στην έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ αποτυπώνεται κατ’ αρχάς στην πορεία του κύκλου εργασιών. Πάνω από μία στις πέντε (23,5%) επιχειρήσεις με ηλικία έως 5 έτη δήλωσαν ότι ο τζίρος τους αυξήθηκε το προηγούμενο εξάμηνο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις «γηραιότερες» επιχειρήσεις είναι πολύ χαμηλότερο. Λιγότερες επίσης νέες επιχειρήσεις φαίνεται ότι βρέθηκαν στην ανάγκη να μειώσουν τις αποδοχές όλων των εργαζομένων. Ειδικότερα, το ποσοστό των επιχειρήσεων που αναγκάστηκαν να μειώσουν τις αποδοχές όλων των υπαλλήλων τους είναι 19,3% στην περίπτωση αυτών που μετρούν μέχρι πέντε χρόνια ζωής και ανεβαίνει σε 28,1% για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν πέντε έως δέκα χρόνια, ενώ για τις επιχειρήσεις άνω της δεκαετίας το αντίστοιχο ποσοστό είναι 24,2%. Αυτό, βεβαίως, μπορεί να οφείλεται, σε σημαντικό βαθμό, στο ότι οι μισθοί στις νέες επιχειρήσεις ξεκίνησαν από ήδη χαμηλή βάση σε σύγκριση με τις συλλογικές συμβάσεις που ίσχυαν για το προσωπικό παλαιότερων επιχειρήσεων.

Σημειώνεται δε ότι οι επιχειρήσεις με πάνω από 10 χρόνια λειτουργίας εκτιμούν σε μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με τις νεότερες ότι το επόμενο εξάμηνο θα μειωθεί η απασχόληση στην επιχείρησή τους.

Πολύ μεγάλες είναι οι αποκλίσεις ανάμεσα στις δύο κατηγορίες επιχειρήσεων σε ό,τι αφορά τη μείωση ωρών ή ημερών εργασίας που επέβαλαν στο προσωπικό τους το προηγούμενο εξάμηνο. Στις επιχειρήσεις που λειτουργούν έως πέντε χρόνια, το 15% ακολούθησε τέτοιες πρακτικές, ενώ σε όλες τις άλλες κατηγορίες επιχειρήσεων το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται σε πάνω από 34%. Με το πέρασμα των ετών και μάλιστα εάν δεν υπάρξει ανάκαμψη της οικονομίας, που θα συνεπάγεται και αύξηση της κατανάλωσης, είναι πιθανό και οι πιο υγιείς νέες επιχειρήσεις σταδιακά να εισέλθουν σε υφεσιακή τροχιά. Αλλωστε έχει διαμορφωθεί ένα περιβάλλον υψηλής έκθεσης των επιχειρήσεων σε πάσης φύσεως οφειλές. Πάνω από τρεις στις δέκα επιχειρήσεις αναμένεται να μην είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις για το 2016. Τούτο μεταφράζεται σε αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των επιχειρήσεων της χώρας προς Δημόσιο, τράπεζες και ιδιώτες, δημιουργώντας μια νέα «μαύρη τρύπα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ