ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ριφιφί all’ italiana διά χειρός Μονιτσέλι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Ο Ναπολιτάνος Τοτό ενσαρκώνει ένα «δάσκαλο» στις διαρρήξεις χρηματοκιβωτίων

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ληξιαρχική πράξη γέννησης της commedia all’ italiana υπογράφηκε το 1958, σε ασπρόμαυρο φιλμ από τον Μάριο Μονιτσέλι, κάτω από τον τίτλο «I soliti ignoti», που θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ως «οι συνήθεις μπούφοι».

Στη χώρα μας, όμως, αυτή η κωμωδία του Μονιτσέλι έμεινε στην ιστορία με τον τίτλο «Ο κλέψας του κλέψαντος». Πρόκειται για εμβληματική ταινία από την εποχή που ο ιταλικός κινηματογράφος έβγαινε από τον νεορεαλισμό με μια ωριμότητα που του επέτρεψε να δώσει νέο περιεχόμενο στη φαρσοκωμωδία. Η ψηφιακή αποκατάστασή της μας δίνει την ευκαιρία να την ξαναδούμε στη μεγάλη οθόνη.

Κατά τον Μονιτσέλι, ο «Κλέψας του κλέψαντος» γεννήθηκε κατά τύχη, από μια ανάγκη οικονομικής φύσης: «Βαλθήκαμε να στήσουμε μια ιστορία με κλέφτες, οι οποίοι στο τέλος τα καταστρέφουν όλα, για να εκμεταλλευτούμε τα σκηνικά που είχε κάνει ο Βισκόντι για τις “Λευκές νύχτες”. Ηταν τεράστιες κατασκευές και είχαν κοστίσει στον παραγωγό Φράνκο Κριστάλντι τα μαλλιά της κεφαλής του».

Ο Μονιτσέλι και οι σεναριογράφοι του επινόησαν μια ιστορία που ξεκινάει με μια απάτη και τελειώνει με ένα φιάσκο. Οι ήρωές τους, ένα μικρό τσούρμο φτωχοδιαβόλων και μικροκατεργαρέων, επιχειρούν το ριφιφί της ζωής τους. Το μόνο που καταφέρνουν όμως, λόγω της αδεξιότητας που τους διακρίνει, είναι να αποκαλύψουν το πραγματικό πρόβλημα της ζωής τους όταν γκρεμίζουν κατά λάθος τη μεσοτοιχία που χωρίζει τη σάλα από την κουζίνα ενός διαμερίσματος.

Ο Κόζιμο, διαρρήκτης της συμφοράς που εκτίει την ποινή του σε φυλακή της Ρώμης, μαθαίνει από ένα συγκρατούμενό του για ένα χρηματοκιβώτιο, γεμάτο χρήμα και κοσμήματα, σε ένα ενεχυροδανειστήριο.

Ασυγκράτητος μπροστά στο όνειρο, σχεδιάζει την «αντικατάστασή» του από έναν αποτυχημένο πυγμάχο, τον Πέπε, ο οποίος δέχεται να ομολογήσει ένοχος για την απάτη που έχει διαπράξει ο Κόζιμο. Η «αντικατάσταση» αποτυγχάνει και ο Πέπε κλέβει την ιδέα του ριφιφί από τον Κόζιμο. Δεν μένει παρά να βρει τους κατάλληλους συνεργάτες για το μεγάλο κόλπο.

Ο Μονιτσέλι δημιούργησε μια γελοιογραφία της Ιταλίας μπροστά από το μεταπολεμικό οικονομικό της θαύμα. Παράλληλα άνοιγε, χωρίς να το έχει σχεδιάσει, ένα νέο κεφάλαιο για το ιταλικό σινεμά. Ο κύκλος του νεορεαλισμού είχε ήδη κλείσει οριστικά και οι σκηνοθέτες του είχαν πάρει ο καθένας τον δικό του δρόμο. Ο Μονιτσέλι σκηνοθέτησε με γλυκόπικρο χιούμορ τη μεγάλη χίμαιρα της παρέας των τεμπέληδων και των μικροκομπιναδόρων ηρώων του. Εστρεψε το γκαγκ προς τη σάτιρα για να παρατηρήσει τη ζωή, που είναι αμείλικτη με τη γελοιότητά τους, αλλά και γενναιόδωρη καθώς τους συμπαρασύρει από το σκοτάδι στο φως της μέρας.

Η ταινία παραμένει, παρά τα σχεδόν εξήντα χρόνια της, ολοζώντανη χάρη στους σπουδαίους ηθοποιούς της. Ο Μονιτσέλι είχε δώσει μάχη με τους παραγωγούς για να προσλάβουν τον Βιτόριο Γκάσμαν για πρωταγωνιστή και ο χρόνος τον δικαίωσε. «Δεν τον ήθελαν επειδή μέχρι τότε είχε ερμηνεύσει ρόλους κακού και την περίοδο που είχε μείνει στην Αμερική είχε λιγάκι εξευτιλιστεί. Στο τέλος τον δέχτηκαν με τον όρο να τον “κρύψουμε” πίσω από γνωστούς ηθοποιούς. Αυτός είναι ο λόγος που εμφανίζονται ο Μαστρογιάνι, ο Σαλβατόρι και φυσικά ο Τοτό, ο οποίος αποτελούσε τον πιο σίγουρο κράχτη», λέει ο Μονιτσέλι.

​​ O «Κλέψας του κλέψαντος» προβάλλεται στους κινηματογράφους Αστυ και Πτι Παλαί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ