ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο Κέβιν;

poios-einai-st-alitheia-o-kevin-2172022

Στην «Εκτη αίσθηση», ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν ακολούθησε μια θεμελιώδη αρχή του Χίτσκοκ, ότι ο τρόμος δεν περιγράφεται αλλά υπονοείται, και έγινε διάσημος. Σήμερα, ύστερα από μέτριες ή και κακές ταινίες, μας ρίχνει στον λαβύρινθο μιας ταινίας τρόμου, αλληγορικής, γύρω από το κτήνος που ζει σαν άλιεν στα σωθικά της οικογένειας. Ο «Διχασμένος» του είναι στιβαρός αφηγηματικά και με λιτή αρχιτεκτονική. Εχει και έναν εξαίρετο πρωταγωνιστή, τον Τζέιμς Μακαβόι, που αλλάζει διαρκώς «ρόλους» σε μια πορεία από το κοινότοπο και φθαρμένο φαίνεσθαι του serial killer προς τo βαθύ σκοτάδι του θρυμματισμένου είναι του.

Ο Κέβιν, σχιζοειδής προσωπικότητα, απάγει τρεις κοπέλες και τις μεταφέρει σε ένα υπόγειο με στενούς διαδρόμους και μικρά δωμάτια. Ο Σιάμαλαν σκόπιμα αποφεύγει μια πιο γενική εικόνα της γεωγραφίας του «Διχασμένου». Κλείνει την ταινία σε δύο κυρίως χώρους (στο άντρο του Κέβιν και στο διαμέρισμα της ψυχιάτρου του) προσδίδοντας θεατρικότητα στις σκηνές της.

Ο Κέβιν είναι μοιρασμένος σε 23 πρόσωπα. Το ένα καθρεφτίζει το άλλο και έτσι, με αυτούς τους αντικατοπτρισμούς, η μυθοπλασία του τρόμου κινείται με σασπένς, αλλά χωρίς λουτρά αίματος, στους στενούς χώρους της ταινίας. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα γίνεται πιο ασφυκτική χάρη στην προοπτική του ευρυγώνιου φακού.

Σε αυτήν τη φανταστική θεατρική σκηνή, ο Κέβιν αλλάζει πρόσωπα, κοστούμια και συμπεριφορά απέναντι στις τρεις κοπέλες. Στα δύσκολα στέλνει ασυνάρτητα ηλεκτρονικά μηνύματα στην ψυχίατρό του: τη «μητέρα» του, από την οποία είναι εξαρτημένος. Την επισκέπτεται κιόλας τακτικά, στέλνοντας τον πιο λογικό του εαυτό για να τη διαβεβαιώσει ότι όλα είναι υπό έλεγχο. Τα φυλακισμένα κορίτσια (το ένα από τα οποία έχει υποστεί κακοποίηση στο παρελθόν) θα αντιδράσουν. Το ίδιο και η «μητέρα», όταν θα υποψιαστεί πως κάτι δεν πάει καλά.

Ο «Διχασμένος» αρχικά είναι μια αριστοτεχνική περιήγηση στο κινηματογραφικό είδος «ταινία τρόμου», ενώ υπάρχουν αναφορές μέχρι και στο χιτσκοκικό «Ψυχώ». Στη συνέχεια γινόμαστε θεατές μιας μετάβασης από τον ρεαλισμό (που ήδη έχει παραμορφωθεί από τους ευρυγώνιους και από την ερμηνεία του Μακαβόι) σε έναν πυρήνα του ρομαντικού φανταστικού. Το τέρας, ο 24ος εαυτός του Κέβιν, που ζει εκεί, θα ’ρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την πεντάμορφη (το κακοποιημένο κορίτσι) και θα συνειδητοποιήσει την τραγικότητά του.

Η επιστροφή στο φως, το χάπι εντ στην «ταινία τρόμου», επιφυλάσσει όμως έναν νέο εφιάλτη: ένα άλλο τέρας, πιο αληθινό από τον Κέβιν, προκαλεί τρόμο στην πεντάμορφη. Ο «Διχασμένος» φαντάζει σαν κύκλος, που αρχίζει και κλείνει με ένα γκρο πλαν στο πρόσωπο του κοριτσιού. Αυτό που είδαμε ήταν ένα κατασκευασμένο «ψέμα», μια περφόρμανς του Μακαβόι στη σκηνή. Αυτό που δεν θα δούμε, όμως, ίσως να συμβαίνει και δίπλα μας. Η ταινία χρησιμοποιεί περίτεχνα το «τέρας» του φανταστικού μιλώντας για τέρατα της πραγματικότητας.

Το βαρομετρο  της εβδομαδας

Το «Jackie», η πρώτη αμερικανική ταινία του Χιλιανού σκηνοθέτη Πάμπλο Λαρέν, είναι μια βιογραφία της Τζάκι Κένεντι, απομακρυσμενη απο τον συνήθη ακαδημαϊσμό της χολιγουντιανής βιογραφίας. Σε ενεστώτα χρόνο ο Λαρέν κλιμακώνει ένα χρονικό: αναπαριστά τη συνέντευξη που έδωσε η πενθούσα Τζάκι στο περιοδικό Life. Σε φλας μπακ παρουσιάζει αποσπασματικά τη δολοφονία του Τζον Κένεντι στο Ντάλας, αλλά και το παρασκήνιο στον Λευκό Οίκο γύρω από τη «σκηνοθεσία» της νεκρώσιμης πομπής. Η σκηνοθεσία της ταινίας είναι εξαιρετική, το ίδιο και η Νάταλι Πόρτμαν.

Στο «Moonlight», ο Μπάρι Τζένκινς αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού Αφροαμερικανού στο Μαϊάμι, χωρισμένη σε τρία κεφάλαια (παιδική ηλικία, εφηβεία, ωριμότητα). Στη θέση της βίας υπάρχει το συναίσθημα, που αποτυπώνεται και στα απαλά χρώματα της φωτογραφίας.

Στον «Σιωπηλό μάρτυρα», ντοκιμαντέρ υποδειγματικά σκηνοθετημένο από τον Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο, η πραγματικότητα απέκτησε κινηματογραφική υφή. Το 2006 έκλεισε η Φυλακή Τρικάλων μετά 110 χρόνια λειτουργίας. Σήμερα, ο Κουτσιαμπασάκος διευρευνά εάν της αξίζει χώρος στη συλλογική μνήμη της πόλης. Απευθύνεται σε πρώην φυλακισμένους (τον διάσημο δραπέτη Σαμαρά, αλλά και πολιτικούς κρατούμενους) και σε δεσμοφύλακες, αναμοχλεύοντας το παρελθόν. Παράλληλα, παραθέτει στιγμιότυπα από την «αναμόρφωσή» της και τη λειτουργία της ως οθωμανικού μνημείου.