ΚΟΣΜΟΣ

Τα «φαντάσματα» επιστρέφουν

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΠΕΡΣΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η φαινομενικά παράδοξη εκλογική εκτίναξη ενός ξενοφοβικού κόμματος σε μια γερμανική επαρχία χωρίς ξένους είναι ένδειξη πολύ έντονων κοινωνικών διεργασιών στην ισχυρότερη χώρα της Ευρώπης. Δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στο εθνικοσοσιαλιστικό παρελθόν, όπως έκανε ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Μάιντς, Γιούργκεν Φάλτερ, ο οποίος επεσήμανε ότι και τη δεκαετία του 1930 το μίσος προς τους Εβραίους ήταν εντονότερο σε περιοχές στις οποίες ζούσαν λιγότεροι Εβραίοι. Περιττεύει να ανασυρθούν τα φαντάσματα του ναζισμού, καθώς η σημερινή συγκυρία προσφέρει επαρκείς εξηγήσεις.

Μια πρώτη απόπειρα ερμηνείας από τον επικεφαλής του πολιτικού ρεπορτάζ του περιοδικού Spiegel, Ρόλαντ Νέλες, αναφέρεται σε κάποια προβληματικά χαρακτηριστικά της γερμανικής κοινωνίας. «Εχουμε στη Γερμανία ένα ποσοστό ρατσιστών. Με την προσφυγική κρίση, δείχνουν το πρόσωπό τους και ψηφίζουν AfD», υποστήριξε ο Νέλες.

Υπάρχουν όμως και δυναμικές παράμετροι που επηρεάζουν το πολιτικό αυτό φαινόμενο. «Η προσφυγική πολιτική είναι μόνο η βαλβίδα εκτόνωσης. Το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο, υποκρύπτει μια κριτική κατά του συστήματος», είχε υποστηρίξει μετά τις πρώτες εκλογικές επιτυχίες της AfD ο Βαυαρός πρωθυπουργός Χορστ Ζεεχόφερ (εν συνεχεία ο Ζεεχόφερ αντέγραψε τα πολιτικά πυροτεχνήματα της AfD, ελπίζοντας πιθανώς να φέρει τα απολωλότα πρόβατα εντός του συστήματος, αλλά καταλήγοντας να υποσκάψει ακόμη περισσότερο τα θεμέλιά του).

Το μέγεθος της δυσπιστίας προς οτιδήποτε προέρχεται από επίσημα χείλη έγινε σαφές σε τηλεοπτικό ρεπορτάζ μεταξύ των συγκεντρωμένων σε προεκλογική εκδήλωση στο Μεκλεμβούργο, στο κρατίδιο που χάρισε 20,8% στην AfD την περασμένη εβδομάδα. Οι συγκεντρωμένοι θεωρούσαν ότι οι αριθμοί των προσφύγων ήταν πολύ υψηλότεροι από τους πραγματικούς, ενώ όταν πληροφορούνταν τα επίσημα στοιχεία, τα απέρριπταν ως «στατιστικά ψέματα». Στα τέλη του 2015 οι γερμανικές αρχές όντως είχαν χάσει το μέτρημα όσων κατέφθαναν με το προσφυγικό καραβάνι, όμως ο περιορισμός των ροών αποκατέστησε πολύ γρήγορα την τάξη. Η δυσπιστία, ωστόσο, έμεινε – ίσως γιατί το αίσθημα απώλειας του ελέγχου έχει πολύ βαθύτερες ρίζες.

Σε αντίθεση με τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, όταν υπήρχε η διαδεδομένη αισιοδοξία ότι το γερμανικό οικονομικό θαύμα ωφελεί τους πάντες, η οικονομική ευρωστία των τελευταίων ετών έχει πατήσει «επί πτωμάτων», αποκλείοντας σημαντικά κομμάτια επισφαλώς εργαζομένων και ανθρώπων που ζουν με το έλεος των κοινωνικών παροχών.

Δεν προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι τα στρώματα αυτά στρέφονται τώρα προς την ΑfD, η οποία απειλεί να γίνει το νέο κόμμα της εργατικής τάξης. Ομως ότι στο ζεστό καταφύγιο του εθνικισμού, στη ρητορική για τη «χιλιόχρονο Γερμανία» και στην απόρριψη της δημοκρατικής πολιτικής, κατέφυγε και τμήμα της γερμανικής μεσαίας τάξης, που έως τώρα θεωρούνταν άγκυρα της σταθερότητας.

Η AfD, όπως και η Μαρίν Λεπέν και ο Ντόναλντ Τραμπ, πατάει στην ανάγκη αναδίπλωσης σε οικεία εθνικά σχήματα, μπροστά στις όλο και πιο άγριες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης. Το αίσθημα ότι οι ελίτ αποφασίζουν χωρίς τους πολίτες αφορά τις επιλογές της γερμανικής κυβέρνησης όχι μόνο στο προσφυγικό αλλά και σε κεντρικά οικονομικά ζητήματα. Ενας τρόπος να καταπολεμηθεί η άνοδος της AfD είναι να ασχοληθεί η γερμανική κυβέρνηση με τα προβλήματα αυτά – και, αντιστρόφως, ένας τρόπος να αποφευχθεί η ουσιαστική συζήτηση για το οικονομικό υπόβαθρο της συσσωρευμένης οργής είναι να αποδίδεται αυτή αποκλειστικά στον «ενυπάρχοντα ρατσισμό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ