ΕΛΛΑΔΑ

Μαρτυρίες-σοκ στη δίκη για τη Marfin

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον τρόμο, την αγωνία και το τραγικό τέλος των συναδέλφων τους, που κάηκαν ζωντανοί από την εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin, στη διάρκεια μεγάλης διαδήλωσης τον Μάιο του 2010 κατά των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, περιέγραψαν χθες στη δίκη υπάλληλοι της τράπεζας και των γύρω καταστημάτων. Επειτα από καθυστέρηση έξι και πλέον χρόνων, η δίκη άρχισε με τραγικές φιγούρες τους συγγενείς των θυμάτων, ενώ ένα εξ αυτών, η Αγγελική Παπαθανασοπούλου ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Οι γονείς της, ψυχικά ερείπια, παρέστησαν χθες στο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγοντες, ζητώντας δικαίωση για τον αναίτιο και τραγικό χαμό του παιδιού τους και του αγέννητου εγγονού τους, ενώ ο πατέρας της Ζαχαρίας το μόνο που μπόρεσε να πει, ήταν πως έμαθε το τραγικό νέο από συγγενικό τους πρόσωπο και από τα MME. Παρόντες και οι συγγενείς των άλλων δύο αθώων θυμάτων, της Παρασκευής Ζούλια και του Επαμεινώνδα Τσάκαλη που συντετριμμένοι δήλωσαν -και αυτοί- παράσταση πολιτικής αγωγής.

Δύο οι κατηγορούμενοι

Στο εδώλιο του κατηγορουμένου για τις αποτρόπαιες ανθρωποκτονίες και τον φονικό εμπρησμό δύο άτομα. Ο Θεόδωρος Σίψας κατηγορούμενος για τη Marfin και ο Παύλος Αντρέεβ που κατηγορείται για την επίθεση στο βιβλιοπωλείο Ιανός, απέναντι από την τράπεζα, ευτυχώς, χωρίς θύματα. Και οι δύο αρνήθηκαν τις βαριές κατηγορίες, ενώ κατά το παραπεμπτικό βούλευμα, οι κατηγορούμενοι δεν ήταν οι μόνοι που μετείχαν στο αποτρόπαιο έγκλημα. Υπήρχαν και άλλοι (ομάδα επιτέθηκε και στην τράπεζα και στο βιβλιοπωλείο), αλλά ώς σήμερα οι υπόλοιποι παραμένουν ασύλληπτοι.

Σοκαριστικές οι πρώτες μαρτυρίες στη δίκη, καθώς έπειτα από αίτημα της πολιτικής αγωγής με την έναρξή της εξετάστηκαν άτομα που θεωρούνται «δευτερεύοντες ως μάρτυρες», καθώς δεν έχουν αναγνωρίσει κανένα από τους δύο κατηγορουμένους, αλλά οι περιγραφές τους για τα δραματικά γεγονότα της Σταδίου προκαλούν και προβληματίζουν. «Ζήσαμε την αγωνία του θανάτου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν ξέραμε αν θα ζούμε στα επόμενα πέντε λεπτά. Αναρωτιόμασταν γιατί δεν βλέπουμε την πυροσβεστική. Ακουσα μετά ότι εμποδίστηκε από κάποιους διαδηλωτές», κατέθεσε υπάλληλος της τράπεζας, ενώ συγκλονιστική ήταν η κατάθεση του υπαλλήλου, επίσης της Marfin, Γιώργου Στρατογιάννη: «Προσπάθησα να κατέβω στο ισόγειο για να σβήσω τη φωτιά. Είδα φλόγες που έγλειφαν το ισόγειο και ανέβηκα πάνω. Στο μπαλκόνι, στον 2ο όροφο ήταν δύο συνάδελφοι, και μου είπαν “αυτοί έρχονται και πετάνε κι άλλο”. Εσκυψα και είδα κάποιον στο σημείο που είχε σπάσει η τζαμαρία, που κρατούσε κάνιστρο και κάτι έριχνε. Το έκανε 2-3 φορές και όταν έφευγε ξαναφούντωνε η φωτιά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν νεαρός μετρίου αναστήματος καλοντυμένος, θα μπορούσε να ήταν φοιτητής, 20-22 χρόνων. Μας κοιτούσε και μας έκανε χειρονομία. Στην αρχή δεν κατάλαβα. Μετά που το συζήτησα με συναδέλφους, τελικά, μου είπαν, ότι έδειχνε τα γεννητικά του όργανα και έκανε άσεμνη χειρονομία».

«Ακούγαμε “κάψτε τους”»

«Είδα τρεις συνολικά. Κινούνταν γρήγορα. Ο ένας ήταν πιο ψηλός, πάνω από 1.70 μ., οι άλλοι μετρίου αναστήματος. Δεν ήταν ιδιαίτερα εύσωμοι και φορούσαν κουκούλες. Ο ένας έριξε όταν υποχώρησε το τζάμι και αμέσως ξέσπασε η φωτιά. Μια συνάδελφος φώναξε “είμαστε άνθρωποι μέσα”, μήπως και δεν το είχαν καταλάβει. Ακούγαμε απέξω “κάψτε τους”». Η αποτρόπαιη περιγραφή ανήκει σε μία ακόμα υπάλληλο της τράπεζας που έζησε τη φρίκη. Και η μαρτυρία του Γιώργου Στρατογιάννη για το τραγικό τέλος των συναδέλφων του: «Εμπαινε ο καπνός στο γραφείο του Νώντα (εννοεί τον Επαμεινώνδα Τσάκαλη). Η Αγγελική ήταν δίπλα του, μάλλον, γιατί ήξερε την κατάστασή της και ήθελε να τη βοηθήσει. Λέμε να φύγουμε, να βρούμε τους άλλους. Εβαλα το σακάκι μου στη μύτη και κρατούσα με το άλλο χέρι την κουπαστή. Κατέβηκα στον άλλο όροφο. Αυτή ήταν τελευταία επαφή που είχα. Το Νώντα τον βρήκαν στα σκαλιά δεν τον έφτασε η ανάσα του και έπαθε ασφυξία. Η Αγγελική δεν είχε κουνηθεί καθόλου από το γραφείο. Μέρες μετά είδα το αποτύπωμα του σώματός της, των χεριών της στο πάτωμα. Εκείνη την ημέρα, 21 άτομα βγήκαμε ζωντανοί. Τρεις άλλοι, όχι». Η Αναστασία Χρηστάκη, επίσης υπάλληλος, περιέγραψε τους δράστες: «Είχαν ευλυγισία και έκαναν γρήγορα τις κινήσεις τους. Είχαν καλυμμένα χαρακτηριστικά, με υφάσματα και μάσκες». Η ίδια επισήμανε ότι από το μπαλκόνι όπου βρισκόταν, έβλεπε κόσμο να περνάει καθώς και μία κοπέλα: «Ακουσα τη φωνή της να λέει “να καείτε”, ενώ μαρτυρίες με παρόμοιο περιεχόμενο υπήρξαν, δυστυχώς, κι άλλες...». Η δίκη θα συνεχισθεί στις 14 Οκτωβρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ