ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το γουέστερν μπαίνει ξανά στο κάδρο του έπους

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Οι επτά «σαμουράι» του Αντουάν Φουκουά: ο Μπάιουνγκ Χουν Λι, ο Μανουέλ Γκαρθία Ρούλφο, ο Ιθαν Χοκ, ο Ντένζελ Ουάσιγκτον, ο Κρις Πρατ, ο Βίνσεντ ντ’ Ονόφριο και ο Μάρτιν Σένσμαϊερ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 1954, ο Ακίρα Κουροσάβα γύρισε τους «7 σαμουράι», συναρπαστικό έπος, ενορχηστρωμένο σαν μουσική συμφωνία, στο οποίο επτά σαμουράι εμποτίζουν με θάρρος τους δειλούς κατοίκους ενός χωριού. Εξι χρόνια μετά στο Χόλιγουντ, ο Τζον Στάρτζες το χρησιμοποίησε ως πρώτη ύλη για το σενάριο του γουέστερν «Και οι 7 ήταν υπέροχοι». Φέτος ο Αφροαμερικανός σκηνοθέτης Αντουάν Φουκουά γύρισε το ριμέικ της ταινίας του Στάρτζες με πρωταγωνιστή τον Ντένζελ Ουάσιγκτον.

Οι σημερινοί «Επτά υπέροχοι» ξαναδίνουν στο γουέστερν τις επικές και μυθικές διαστάσεις του – μετά τους «Ασυγχώρητους» του Κλιντ Ιστγουντ οι εκλάμψεις του είδους ήταν απομυθοποιητικές πρωτίστως για το ίδιο.

Ο Μπαρθόλομιου Μπογκ, αδίστακτος και παράφρων Κροίσος, θέλει να διώξει τους μικροκτηματίες από την κοιλάδα του Ρόουζ Κρικ, για να επεκτείνει τα μεταλλεία χρυσού που έχει εκεί. Για τα προσχήματα δίνει είκοσι δολάρια στον καθένα.

Τα γουέστερν συνήθως αρχίζουν σε σαλούν, εδώ όμως δεν τηρούνται οι τύποι. Ο Μπογκ εισβάλλει με τους μπράβους του στην εκκλησία του Ρόουζ Κρικ, όπου οι κάτοικοι συζητούν δημοκρατικά την πρότασή του, και τους «εξηγεί» με τα όπλα πως οι έννοιες δημοκρατία, καπιταλισμός και Θεός αποτελούν τους όρους της ίδιας εξίσωσης. Φεύγοντας δολοφονεί για παραδειγματισμό έναν χωρικό που ξέσπασε από θυμό. Η χήρα του ξεκινάει να βρει πιστολάδες για να αντισταθούν στον Μπογκ. Ζητάει νομιμότητα, της αρκεί όμως και η εκδίκηση.

Ο πρώτος πιστολάς, ο έγχρωμος Σαμ Τσίσολμ, είναι κυνηγός επικηρυγμένων που θέλει να εκδικηθεί τους μακελάρηδες της οικογένειάς του. Ο Τσίσολμ θα μαζέψει άλλους έξι μισθοφόρους: έναν χαρτοπαίκτη, έναν παλιό αξιωματικό των Νοτίων που τον συνοδεύει ένας Ασιάτης άσος στα μαχαίρια, έναν καταζητούμενο Μεξικανό, έναν μοναχικό Κομάντσι και έναν γιγαντόσωμο λευκό κυνηγό που μονολογεί σαν ιεροκήρυκας. Η ταινία του 1960, ενδεικτική της εποχής που το γουέστερν έκλεινε τον κύκλο του, φαντάζει σαν σύναξη αναχρονιστικών ηρώων. Οι δύο βασικότεροι, που ενσαρκώνονται από τον Γιουλ Μπρίνερ και τον Στιβ Μακουίν, είναι «ξοφλημένοι» πιστολάδες του παλιού Ουέστ· άνεργοι που ο δρόμος τους προς τη Δύση σταματάει «ηρωικά» στο νεκροταφείο μιας μικρής πόλης του Τέξας στα μεξικανικά σύνορα. Ο ένας έρχεται από την Τόμπστοουν και ο άλλος από την Ντοτζ Σίτι, μυθικές πόλεις του γουέστερν κατά τη μετάβαση της Αγριας Δύσης από την εποχή του νομάδα και του πιονιέρου στην εποχή της μόνιμης εγκατάστασης και του πολιτισμού. Στην ίδια κατάσταση όμως βρίσκονται και οι κακοί, η συμμορία του Μεξικανού παράνομου (Ελάι Γουάλας) που λιμοκτονεί. Στο προηγούμενο σπουδαίο γουέστερν του Στάρτζες, στη «Μονομαχία στον πράσινο βάλτο», φόντο ήταν η Τόμπστοουν, σε αυτό η σύγκρουση του «καλού» με το «κακό» βγήκε από το κάδρο της «Αγριας Δύσης» και μεταφέρθηκε ηθογραφικά και ηθικοπλαστικά σε ένα μεξικάνικο χωριό. Στο ριμέικ του Φουκουά αντίθετα όλα θυμίζουν βιβλική παραβολή, ενώ οι ήρωες είναι αρχετυπικές φιγούρες της Αγριας Δύσης. Εδώ, η γυναίκα και ο μαύρος επιβάλλουν το μέτρο της ηθικής σε έναν κόσμο όπου το κακό εισβάλλει σχεδόν μεταφυσικά και επιβουλεύεται το αγαθό της ιδιοκτησίας.

Το βαρομετρο της εβδομαδας

Η Γαλλίδα ηθοποιός Αριάν Ασκαρίντ δεσπόζει στο φιλμ «Μαθήματα ζωής», δράμα παραγωγής 2014, γυρισμένο από τη Μαρί-Καστίγ Μανσιόν-Σαρ. Η δράση, σχεδόν στο σύνολό της, περιορίζεται σε ένα σχολείο, σε διαμέρισμα του Παρισιού με έντονο πολυπολιτισμικό χρώμα. Η ένταση είναι στα όρια και οι ισορροπίες εύθραυστες. Η Ασκαρίντ ενσαρκώνει μια καθηγήτρια Ιστορίας, ειδική και σε θέματα της Τέχνης, η οποία παροτρύνει τους μαθητές της (η τάξη παρουσιάζει εικόνα θηριοτροφείου) να συμμετάσχουν σε ένα διαγωνισμό γύρω από το τι σήμαινε ο εγκλεισμός των εφήβων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί. Η προσωπικότητα της δασκάλας και η συλλογική δουλειά θα μεταμορφώσουν το «θηριοτροφείο» σε ομάδα υπεύθυνων ατόμων.

Ο σκηνοθέτης Τοντ Φίλιπς (γνωστός κυρίως από την κωμική κινηματογραφική σειρά «The Hangover») στα «Σκυλιά του πολέμου» μεταφέρει στην οθόνη μια αληθινή ιστορία. Το 2006 δύο νεαροί από το Μαϊάμι, ο Εφρέμ Ντιβερόλι και ο Ντέιβιντ Πακούζ, εκμεταλλεύτηκαν τις επενδυτικές ευκαιρίες που δημιούργησε η παρουσία του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ (εξοπλιστικά συμβόλαια χωρίς διαγωνισμούς) και κατάφεραν να εξελιχθούν σε εμπόρους όπλων. Στην αρχή, ο κύκλος εργασιών της εταιρείας τους ήταν για «ψιλικατζήδες», στην πορεία όμως κατάφεραν να κολυμπήσουν για λίγο στα βαθιά νερά. Η απληστία όμως του Ντιβερόλι έφερε τρικυμία και για τους δύο. Παίζουν: Τζόνα Χιλ, Μάιλς Τέλερ, Μπράντλεϊ Κούπερ (φωτ.).

Πριν από 17 χρόνια ένα επιτηδευμένα ερασιτεχνικό φιλμ τρόμου, το «The Blair Witch Project», που κόστισε λιγότερο από 50.000 δολάρια και απέφερε πολλαπλάσιες εισπράξεις, έκανε τους μεγαλοπαραγωγούς να τρίβουν έκπληκτοι τα μάτια τους. Τρεις σπουδαστές κινηματογράφου εξαφανίζονται στο δάσος, στο οποίο μπήκαν για να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τον μύθο μιας μάγισσας. Μια βιντεοκάμερα έχει καταγράψει τον πανικό τους. Σε αυτό το τρικ, τύπου ριάλιτι, στηρίχθηκε η ταινία. Σήμερα στο σίκουελ «Blair Witch η επιστροφή», μια παρόμοια ιστορία ξανασερβίρεται με τόσο επιτηδευμένο ερασιτεχνισμό, που σε πιάνει πονοκέφαλος από το πρώτο κιόλας δεκάλεπτο της ταινίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ