ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Συνθέτοντας 40 χρόνια σε πίνακες

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο φουαγιέ του Ινστιτούτου Γκαίτε τρεις τεράστιοι πίνακες ανακοινώσεων δεσπόζουν γεμάτοι με ένα φαινομενικά ετερόκλητο υλικό από εκατοντάδες φωτογραφίες, κινηματογραφικές αφίσες, δημοσιεύματα από τον ελληνικό και γερμανικό Τύπο, μπομπίνες, σχέδια, έντυπα εποχής. Μια μπλε ποδιά με το λογότυπο και το σήμα της Finos Film ξεχωρίζει. Αυτή είναι η εγκατάσταση «Films on Pinboards» που έστησε ο σκηνοθέτης Νίκος Περάκης, με τον οποίο είχαμε μια ενδιαφέρουσα κουβέντα, με αφορμή και τα 40 χρόνια της δουλειάς του σε Ελλάδα και Γερμανία.

– Τι ακριβώς είναι το Films on Pinboards ως «εγκατάσταση»;

– Το ονόμασα «εγκατάσταση», θέλοντας να αποφύγω τον όρο «έκθεση», επειδή παραπέμπει σε εικαστικό γεγονός. Μου πρότειναν να δείξω σε «αναλογική» μορφή υλικά από τον ιστότοπό μου (www.nikosperakis.gr) και ένα ογκώδες αρχείο που θα ήθελα να «ξεφορτωθώ», παραχωρώντας το αμέσως μετά στο ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ. Γι’ αυτό δεν το θεωρώ τόσο δημιουργία όσο μια σύνθεση των υλικών από τα οποία έγιναν οι ταινίες που σκηνογράφησα ή γύρισα, μέσα σ’ ένα «γραφείο παραγωγής» ή την ατμόσφαιρα ενός εργαστηρίου, που ήταν κι ένας τρόπος επικοινωνίας με τους συνεργάτες μου. Πολλά από τα «εκθέματα» είναι αντικείμενα που «παίξανε» στις ταινίες και είναι χαρακτηριστικά για την «υποκουλτούρα» της εποχής.

– Σαράντα χρόνια μετά τον «Μπόμπα και Παγκανίνι» (1976), θα μπορούσαμε να δούμε την ταινία ως αλληγορία για την Ελλάδα σήμερα, όπου ένας τυφλός (καθ)οδηγεί έναν ανάπηρο;

– Θα μπορούσαμε να τη δούμε ως μία αλληγορία μιας κοινωνίας στη λογική «βοήθα με, να σε βοηθήσω», που εύκολα μπορεί να τιναχθεί στον αέρα, όταν δεν χρειάζεται ο ένας τον άλλον. Διόλου τυχαία, σκόπευα στην αρχή να γυρίσω στον Πειραιά και στα λατομεία της Τήνου, όπου ο επιβλητικός χώρος προκαλεί το θαύμα, πέρα από το προσκύνημα στην Παναγία της Τήνου, για να καταλήξω στη Βιέννη και τα πέριξ, ώστε να μπορέσω να βρω συμπαραγωγό.

– Εχετε συνεργαστεί με σημαντικούς εκπροσώπους του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου (Schlöndorff κ.ά.). Τι έχει απομείνει σήμερα από αυτόν;

– Πρώτα απ’ όλα μερικοί καλοί φίλοι, όπως ο Schlöndorff, με τον οποίο γυρίσαμε το «Homo Faber», ο Edgar Reitz κ.ά., οι συνεργασίες και οι ταινίες. Και σε νεότερους σκηνοθέτες σώθηκε κάτι από αυτόν, ακόμα και στις κωμωδίες υπάρχουν «κοινωνικό περιβάλλον» και προβληματισμοί της σύγχρονης γερμανικής κοινωνίας, πάντως, ο Νέος Γερμανικός Κινηματογράφος και το Autorenkino άλλαξαν σημαντικά τον κινηματογράφο «των παππούδων». Δύσκολο, βέβαια, να διακρίνει κανείς ένα διάδοχο του Fassbinder.

– Εχοντας ζήσει και εργαστεί στις δύο χώρες, πώς θα βλέπατε, με τη ματιά του κινηματογραφιστή αλλά και του κοσμοπολίτη, την έξοδο από τον «ελληνο-γερμανικό Λαβύρινθο»; Πόσο μπορεί να παρέμβει αποτελεσματικά ο πολιτισμός, κυρίως ο κινηματογράφος, σ’ αυτή τη διένεξη;

– Δεν νομίζω πως ο γερμανικός κινηματογράφος, που έτσι κι αλλιώς λίγο τον βλέπουμε στην Ελλάδα, όπως και αντίστοιχα τον ελληνικό στη Γερμανία, έχουν τέτοια δύναμη. Δεν αρκεί να προβάλλεται ο Αγγελόπουλος σε τρεις γερμανικές πόλεις ή μια καλή ταινία στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, μία στις τόσες. Χρειάζονται συνεργασίες, δημιουργικοί παραγωγοί και άλλα πολλά, που ούτε φανταζόμαστε.

– Πόσο αρνητικά ή θετικά επηρεάζει η διαφήμιση τον κινηματογραφιστή, δηλ. πόσο συμβατές είναι η τέχνη της διαφήμισης με την κινηματογραφική τέχνη και τη σκηνοθεσία;

– Σίγουρα η διαφήμιση μου εξασφάλιζε τις οικονομικές συνθήκες για να κάνω μια ταινία. Κατά πόσο το διαφημιστικό βλέμμα επηρεάζει την κινηματογραφική ματιά, εξαρτάται πάντα από τον σκηνοθέτη και το πόσο επηρεάζεται από την αισθητική της διαφήμισης. Συνήθως με απασχολούσαν, μόνο όταν ήθελαν τη δική μου τη ματιά.

– Μία απορία: σε κάποια, τελευταία έργα σας συμπρωταγωνιστούν «μοντέλες» ως αρχέτυπο της θηλυκότητας. Υπάρχει κάποιος λόγος γι’ αυτή την επιλογή;

– Αυτό συμβαίνει, γιατί μ’ αρέσει να παίζω με τα στερεότυπα της θηλυκότητας. Η Βίκυ Καγιά μπορεί να ήταν μοντέλο, ταυτόχρονα είναι μια έξυπνη γυναίκα και μια ικανή επιχειρηματίας, ένα στέρεο-πρότυπο όμορφης και επιτυχημένης γυναίκας στην ταινία με νευρώσεις. Το ίδιο έκανα με χειραφετημένες Τουρκάλες, στη σύγχρονη τουρκική επαρχία.

– Από την Ελλάδα της Χούντας, της Αλλαγής και μετέπειτα της «αστακομακαρονάδας» μέχρι την Ελλάδα της κρίσης, έχει κανείς την αίσθηση ότι μια ολόκληρη κοινωνία κινείται ακόμα στη λογική της «Λούφας και παραλλαγής». Είναι βάσιμη αυτή η εντύπωση;

– Η «Λούφα και Παραλλαγή» είναι μία απόλυτα βιωματική ταινία, από τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών μέχρι τις «μαμάδες με το ταπεράκι», αλλά είναι και κάτι πιο σύνθετο. Ο τότε διευθυντής της Τηλεόρασης Ενόπλων Δυνάμεων, συνταγματάρχης με «βασιλικό» φρόνημα, είχε πράγματι ανησυχίες και το BBC της εποχής ως πρότυπο, παρά την ΥΕΝΕΔ, όπως έγινε τελικά.

Δεν θα ισχυριζόμουν, πάντως, κάτι τέτοιο, για να μην αποκαρδιώσω τον θεατή που δεν το έχει καταλάβει, έχουν μεσολαβήσει άλλες ταινίες, όπως ο «Προστάτης οικογενείας» (1997) ή πριν το «Βίος και Πολιτεία» (1987), που αποτυπώνουν καλύτερα το σήμερα. Την ξαναείδα πρόσφατα και προτίμησα να φύγω πριν από το τέλος και πριν ξεκινήσει καμιά ζόρικη συζήτηση περί κομματοκρατίας.

​​H εγκατάσταση «Films on Pinboards» του Νίκου Περάκη βρίσκεται στο Ινστιτούτο Γκαίτε (16/9-30/9). Προβολές ταινιών του σκηνοθέτη θα πραγματοποιηθούν και στις «Νύχτες πρεμιέρας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ