ΕΛΛΑΔΑ

Βανδαλισμοί στο Α΄ Νεκροταφείο

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Βάζα, διακοσμητικά κάγκελα και αλυσίδες τάφων της περιόδου 1840-1930 από σίδερο και μπρούντζο έχουν αφαιρεθεί με βίαιο τρόπο. Αυτή είναι η εικόνα που εμφανίζει σε πολλά σημεία του το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας. Ενδεικτικά, με σκοπό να αφαιρεθούν κιγκλιδώματα, οι κλέφτες έσπασαν τα μάρμαρα, ενώ άλλοι τάφοι μοιάζουν με σκουπιδότοπους, την ίδια στιγμή που τα μονοπάτια δείχνουν αφημένα στην τύχη τους. Και όλα αυτά, παρότι η επιβλητική παρουσία του Α΄ Νεκροταφείου, με τα εμβληματικά έργα τέχνης, δεν εξαντλείται στην ανάμνηση όσων έχουν φύγει, αλλά λειτουργεί και ως σημείο πολιτισμικής αναφοράς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η σημασία που έχει ένα κοιμητήριο για μια πόλη είναι πολυεπίπεδη. Οι αστικές νεκροπόλεις φέρουν τη μνήμη εκείνων που «έφυγαν», αποτελούν σημείο αναφοράς για τους κατοίκους και, οπωσδήποτε, συνοψίζουν τη συλλογική ιστορία – συμβάλλοντας στο φαντασιακό της πόλης και της χώρας. Το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, αφού στους χώρους του παρελαύνει η Ιστορία του νέου ελληνικού κράτους. Πολιτικοί, καλλιτέχνες, ευεργέτες, διανοούμενοι, ιεράρχες, εξέχουσες προσωπικότητες της αθηναϊκής ελίτ, που απλώνονται σε διαφορετικούς τομείς, έχουν ταφεί στο κοιμητήριο. Η επιβλητική παρουσία του, με τα εμβληματικά έργα τέχνης, δεν εξαντλείται στην ανάμνηση όσων δεν έχουν «φύγει», αλλά λειτουργεί και ως σημείο πολιτισμικής και συναισθηματικής αναφοράς.

Καταγγελίες βανδαλισμών

Ο βανδαλισμός ενός κοιμητηρίου, ακριβώς εξαιτίας της πολυεπίπεδης σημασίας του, ξεπερνάει τα όρια της κλοπής, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τις κλοπές χάλκινων καλωδίων της ΔΕΗ. Η εκδότρια του περιοδικού «Αρχαιολογία», Αννα Λαμπράκη, με επιστολή της στην «Κ», συνοδευόμενη από φωτογραφικό υλικό, καταγγέλλει την εγκατάλειψη του Α΄ Νεκροταφείου από τον καθ’ ύλην αρμόδιο Δήμο Αθηναίων. Η κ. Λαμπράκη κάνει λόγο για κλοπές διακοσμητικών αντικειμένων: βάζα, θυμιατήρια, διακοσμητικά κάγκελα και αλυσίδες τάφων της περιόδου 1840 - 1930 (από σίδερο και μπρούντζο) έχουν αφαιρεθεί με βίαιο τρόπο. Οπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «προκειμένου να αφαιρεθούν κιγκλιδώματα, οι κλέφτες σπάζουν τα μάρμαρα στα οποία αυτά είναι πακτωμένα», ενώ άλλοι τάφοι μοιάζουν με σκουπιδότοπους, την ίδια στιγμή που τα μονοπάτια δείχνουν αφημένα στην τύχη τους.

Αν ένα νεκροταφείο προκαλεί σε κάποιους σύγκρυο, η συγκεκριμένη περιγραφή μάλλον τους επιβεβαιώνει. Η εικόνα που μεταφέρεται είναι εκείνη της βεβήλωσης και της εγκατάλειψης ενός υπαίθριου μουσείου ελληνικής γλυπτικής, με κομμάτια μαρμάρου και χαλκού να είναι διασκορπισμένα παντού, ως άλλη εννοιολογική εγκατάσταση για τον σύγχρονο κατακερματισμένο άνθρωπο.

Χαρακτηριστική είναι, δε, η εικόνα όπου, έπειτα από αφαίρεση ιστορικής αξίας αλυσίδας, ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου τάφου αναγκάστηκε να αντικαταστήσει τμήμα της με νεότερη αλυσίδα, διαταράσσοντας έτσι την ενιαία ιστορική και αισθητική εικόνα. Η αποκαρδιωτική αίσθηση επιτείνεται με τις καθιζήσεις και άλλες φυσικές καταστροφές. Ως σημείο, λοιπόν, που φέρει ειδικό βάρος, το Α΄ Νεκροταφείο αποδεικνύεται ότι έχει γίνει πολλάκις στόχος βανδάλων, που είτε λεηλατούσαν τάφους είτε έκλεβαν διακοσμητικά και αντικείμενα προσωπικής και αντικειμενικής αξίας ή έβαφαν γλυπτά, όπως, για παράδειγμα, συνέβη επανειλημμένως με τον τάφο του Ανδρέα Παπανδρέου ή με την κάλυψη με φούμο, προ ετών, της Ωραίας Κοιμωμένης του Γιαννούλη Χαλεπά, στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη.

Δεν είναι, ωστόσο, μόνον οι βάνδαλοι που επελαύνουν· είναι και ο Δήμος Αθηναίων που δεν έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Μάλιστα, στελέχη του δήμου, με δηλώσεις τους στην «Κ», θεωρούν ότι το κοιμητήριο αντιμετωπίζεται ως εμβληματικό τοπόσημο της Αθήνας και με συνέργειες γίνεται προσπάθεια προβολής του (όπως συνέβη με το «Υπνος project» της Στέγης), ενώ το καθεστώς φύλαξης, με την ταυτόχρονη απομάκρυνση των επαγγελματιών καντηλαναφτών –οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε, είχαν δημιουργήσει μικροσυμμορίες εκμετάλλευσης των οικογενειών των νεκρών–, λειτουργεί κανονικά. Αρνητική εξέλιξη, ωστόσο, αναφέρουν τα στελέχη του δήμου, παραμένει η αδρανοποίηση των δύο κυλικείων του νεκροταφείου, όπου ο διαγωνισμός δεν καρποφόρησε.

Τα νεκροταφεία αποτελούν ιερή κοινωνική συνθήκη για τις κοινωνίες. Το ερώτημα, ασφαλώς, που μένει να αιωρείται είναι εάν ο μνημειακός χώρος θα λάβει την προσοχή που και απαιτείται και του αξίζει, ώστε να διασωθεί η ομορφιά του. Εκτός και αν η μόνη λύση είναι να κλείσουμε –και πάλι– τα έργα τέχνης σε αποθήκες, ώστε να μη γίνονται βορά στα χέρια των ανεγκέφαλων βανδάλων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ