Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ούτε καν τίμια, μόνο μικρή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, κάτι με τη χρεοκοπία της, κάτι με τους τσαλαπατημένους θεσμούς της, το ανεπαρκές πολιτικό προσωπικό, τα έχετε ακούσει φαντάζομαι. Ωστόσο, υπάρχει ένα άλλο πρόβλημα που είναι μερικές τάξεις μεγέθους σοβαρότερο, και κάνει όλα αυτά τα σημαντικά να μοιάζουν μικρά. Είναι σα να συζητάμε για την επιδημία της ελονοσίας την ώρα που κατεβάζει πάνω μας την πατούσα του ο Γκοτζίλα.

Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι ο Γκοτζίλα.

Ίσως να έχετε διαβάσει για τη νέα έρευνα της διαΝΕΟσις, που καταλήγει στο ότι μέχρι το 2050 ο πληθυσμός της χώρας θα έχει συρρικνωθεί δραστικά. Σύμφωνα με το πιο απαισιόδοξο σενάριο, το 2050 -που μπορεί να ακούγεται σαν πολύ μακρινή ημερομηνία, αλλά στην πράξη απέχει λιγότερο από το σήμερα από ό,τι η εκλογή του Αντρέα Παπανδρέου στην εξουσία-, ο πληθυσμός της χώρας θα είναι περί τα 8,3 εκατομμύρια (από 10,9 εκ. σήμερα), ο δυνητικά ενεργός πληθυσμός, δηλαδή οι πολίτες ηλικίας 20-69, θα είναι 4,8 εκατομμύρια (από 7 εκ. σήμερα) και ο πραγματικά ενεργός πληθυσμός, αυτοί που δουλεύουν και παράγουν δηλαδή, θα είναι 3 εκατομμύρια (από 4,7 εκ. σήμερα).

Η Ελλάδα θα είναι μια πολύ μικρότερη, πολύ γερασμένη χώρα.

Το μέγεθος του προβλήματος γίνεται εύκολα αντιληπτό. Το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας είναι χρεοκοπημένο και μη-βιώσιμο σήμερα -φανταστείτε τι έχει να γίνει όταν οι πολίτες ηλικίας άνω των 65, που είναι το 21% του πληθυσμού σήμερα, φτάσουν στο 30-33%, την ώρα που αυτοί που δουλεύουν και πληρώνουν φόρους για να πληρωθούν οι συντάξεις τους έχουν μειωθεί κατά το 1/3. Οι συνέπειες αυτών των αριθμών είναι δραματικές σε μια σειρά από τομείς, στα εργασιακά, στην εκπαίδευση, στη γεωπολιτική θέση της χώρας, στο παραγωγικό της μοντέλο. Εκκρεμεί εκτενέστερη μελέτη πάνω σ’ αυτά τα θέματα, αλλά με μια πρώτη ματιά είναι προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει κανένας σχεδιασμός και κανένα πλάνο για τα υπόλοιπα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, αν δεν ληφθεί υπ’ όψιν η πραγματικότητα του δημογραφικού.

Και το χειρότερο απ’ όλα ενδέχεται να είναι το εξής: Δεν υπάρχει ευδιάκριτη λύση στον ορίζοντα.

Ο πληθυσμός εξαρτάται από τρεις παράγοντες μόνο: Τη γονιμότητα, τη θνησιμότητα και τη μετανάστευση. Αυτοί είναι, δεν υπάρχουν άλλοι. Πόσα παιδιά κάνουν οι οικογένειες, πόσα χρόνια ζουν οι πολίτες, πόσοι ξένοι έρχονται να ζήσουν εδώ, πόσοι ντόπιοι φεύγουν για να ζήσουνε αλλού.

Στην Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες οι οικογένειες δεν γεννούν μεγάλο αριθμό παιδιών. Αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο -παγκοσμίως, σε σχεδόν όλες τις ανεπτυγμένες χώρες το ίδιο συμβαίνει. Υπάρχει και ο μύθος ότι παλιά οι ελληνίδες έκαναν πολλά παιδιά και τώρα δεν κάνουν -στην πραγματικότητα, από το 1935 που υπάρχουν στοιχεία και μετά, καμία ελληνική γενιά δεν αναπληρώθηκε. Αυτό δεν συνέβη σε άλλες δυτικές χώρες, που μεταπολεμικά πέρασαν ένα “baby boom”. Στην Ελλάδα δεν είχαμε “baby boom”. Οι δε επιδοματικές πολιτικές που έχουν δοκιμαστεί ως τώρα, έχουν αποτύχει ολοσχερώς. Σήμερα η χώρα μας έχει έναν από τους μικρότερους δείκτες γονιμότητας στον κόσμο, και δεν υπάρχει κανένα σενάριο που να φαντάζεται ότι ξαφνικά αυτό θα αλλάξει, καμία αλληλουχία γεγονότων που θα οδηγήσει ελληνικές οικογένειες να αρχίσουν να κάνουν τρία παιδιά η καθεμία.

Στην Ελλάδα ο πληθυσμός αυξήθηκε κυρίως εξαιτίας των άλλων δύο παραγόντων. Οι Έλληνες ζουν περισσότερο, αυτό είναι γνωστό, και είναι φαινόμενο επίσης κοινό στις χώρες της Δύσης. Ούτε αυτό αναμένεται να αλλάξει τα επόμενα χρόνια. Ελπίζουμε, τουλάχιστο. Γιατί αν η κρίση συνεχιστεί για πολύ καιρό, ενδέχεται το πολύ υψηλό προσδόκιμο ζωής των Ελλήνων να ελαττωθεί.

Οπότε μένει μόνο ο άλλος παράγοντας.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο μόνος τρόπος να επιστρέψει ο πληθυσμός της Ελλάδας στα 11,1 εκατομμύρια του 2011 ή, έστω, να μη μειωθεί δραστικά, είναι να συμβεί ένα εκ των δύο σεναρίων: Το πρώτο είναι να επιστρέψουν οι δεκάδες (ίσως εκατοντάδες) χιλιάδες Έλληνες που έφυγαν εν μέσω της κρίσης για να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή αλλού. Αυτό θα είναι δύσκολο βραχυπρόθεσμα (καθώς καμία έξοδος από την κρίση δεν φαίνεται από τον ορίζοντα), και όσο περνά ο χρόνος και οι νεο-μετανάστες εγκαθίστανται στις νέες τους χώρες, μπορεί να γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο.

Το δεύτερο σενάριο δεν συζητιέται στο δημόσιο διάλογο, είναι σχεδόν ταμπού, έτσι και τολμήσει κανείς να το υποννοήσει (όπως, με κάμποση αφέλεια, ο υφυπουργός Νίκος Ξυδάκης το Φεβρουάριο), υφίσταται λοιδορία και ψόγο. Η μετανάστευση. Η μετανάστευση είναι το δεύτερο σενάριο. Αυτή, που ήταν κι η κύρια αιτία της αύξησης του πληθυσμού της χώρας μας τη δεκαετία του ’90. Είναι ένα σενάριο που δεν αρέσει σε πολύ κόσμο, όχι μόνο στο 7% που εκλέγει νεοναζί ή στους γονείς του Ωραιόκαστρου, αλλά και σε πολλούς νοικοκυραίους που χρησιμοποιούσαν το “Αλβανός” σα βρισιά, που ενοχλούνται όταν τους αποκαλείς ρατσιστές.

Δεδομένης της ροής προσφύγων από τις μαρτυρικές εσχατιές της Μέσης Ανατολής, η έλευση μεταναστών και η ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία ενδέχεται να είναι το μόνο ρεαλιστικό σενάριο για την αντιμετώπιση του δημογραφικού Γκοτζίλα.

Αλλά είπαμε, είναι ταμπού, δε μας αρέσει, το απορρίπτουμε. Οπότε μπορούμε να συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε, να αγνοούμε το Γκοτζίλα, και να αποδεχτούμε εκείνη τη μοίρα που θορυβωδώς προτιμούσαν οι κακόμοιροι, συντηρητικοί, φοβικοί Έλληνες κατά τον Εθνικό Διχασμό: Τη συρρίκνωση της χώρας, “μια μικρή, πλην τίμια, Ελλάς”.

Τουλάχιστον το “μικρή” το ’χουμε σίγουρο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ