ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Το ρομπότ του μπάσκετ με σάρκα και οστά

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ

O,τι είχε να πει ο Διαμαντίδης το έλεγε στο παρκέ. Εξω από αυτό ήταν και είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

To χειροκρότημα της αποθέωσης και το σύνθημα με το όνομά του που δόνησε την ατμόσφαιρα του ΟΑΚΑ, θα ηχούν για πάντα στα αυτιά του Δημήτρη Διαμαντίδη στον ενδοξότερο επίλογο που έχει γνωρίσει Ελληνας παίκτης σε ομαδικό άθλημα. Ο Νίκος Γκάλης χρειάστηκε να περιμένει 18 χρόνια για να δει την απόσυρση της φανέλας του με το νούμερο «6» από τον Αρη. Ο Διαμαντίδης έζησε ανεπανάληπτες στιγμές, λίγους μήνες μετά τους «τίτλους τέλους» που έριξε στη γεμάτη από επιτυχίες, διακρίσεις και δόξα καριέρα του.

Τα κοσμητικά επίθετα για τα επιτεύγματά του έχουν εξαντληθεί και όσο ο χρόνος θα κυλάει από τη χρονική στιγμή της αποχώρησής του, οι απανταχού φίλοι του μπάσκετ θα νοσταλγούν τον παίκτη που έγινε συνώνυμο του αθλήματος. Οι συγκρίσεις με κάθε νέο ταλαντούχο παίκτη θα είναι πολλές, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι δύσκολα θα εμφανισθεί κάποιος που θα έχει τον απόλυτο ρόλο στο μπάσκετ, χωρίς να εντυπωσιάζει για τα αθλητικά προσόντα του ή κάποιο άλλο αγωνιστικό στοιχείο του. Γιατί ο Διαμαντίδης ήταν ένα «ρομπότ» με σάρκα και οστά, που έκανε τα πάντα και βοηθούσε την ομάδα του ακόμη και όταν... δεν είχε την μπάλα στα χέρια του.

Ο Καστοριανός άσος άφησε μια τεράστια κληρονομιά στο ελληνικό μπάσκετ και όπως ο ίδιος λέει, δεν περίμενε ποτέ, όταν άρχιζε να παίζει, ότι θα κατάφερνε να γίνει «μύθος». Και το στυλ παιχνιδιού του αποτελεί ύλη για διδασκαλία, γιατί με τις απλές κινήσεις του, χωρίς να «καρφώνει», να τρέχει σαν τον... Γιουσέιν Μπoλτ, να πηδά στον... ουρανό, «ζωγράφιζε» πάνω στο παρκέ. «Καλλιτέχνης» του μπάσκετ, με άριστη αντίληψη του χώρου, με μάτι και χέρι που ήταν... μεζούρα στις ασίστ που έδινε πάντα στον εαυτό του, την τελευταία ευκαιρία όλης της ομάδας για να σκοράρει. Και το έκανε με φάσεις «high lights» –αν χρειαζόταν– με θανατηφόρα τρίποντα και το βήμα προς τα πίσω.

Το «εγώ» κάτω από το «εμείς» σε απόλυτη εφαρμογή της έννοιας και αυτό το μότο ίσως πρέπει να μπει σε μαρκίζα έξω από τα αποδυτήρια του Παναθηναϊκού για να θυμίζει στους νεότερους, Ελληνες και ξένους, ότι ο Διαμαντίδης δημιούργησε τη δική του σχολή, υπηρετώντας πιστά και σε κάθε φάση ξεχωριστά την ομαδικότητα. Και αν ο Φάνης Χριστοδούλου ήταν ο πρώτος διδάξας στην πολυποίκιλη προσφορά της στατιστικής, πέραν του σκορ, όπως και ο Γιαννάκης στην εποχή του, ο Διαμαντίδης έγινε ο κορυφαίος.

Δεν έπαιξε ποτέ για τα στατιστικά. Δεν παρασύρθηκε ποτέ από το συναίσθημα. Αν η αντίπαλη άμυνα, που διάβαζε και με... μαντίλι στα μάτια, του έδινε την πάσα, για τον Διαμαντίδη θα ήταν η πρώτη επιλογή. Επαιζε τόσο τέλεια το πικ εν ρολ με όλους τους ψηλούς του Παναθηναϊκού, επί εποχής Ομπράντοβιτς, με αποτέλεσμα όλοι οι αντίπαλοι προπονητές να παραδέχονται ότι ήταν ένα ευανάγνωστο σύστημα που δεν μπορούσαν να το «χαλάσουν» όμως, γιατί ο «μακρυχέρης» –όπως τον αποκαλούσε ο αείμνηστος Γ. Κολοκυθάς– έστελνε την μπάλα... συστημένη.

Ο «καλύτερος συμπαίκτης όλων των εποχών» βοήθησε πολλούς συναθλητές του στον Παναθηναϊκό να βελτιώσουν την καριέρα τους, να ανανεώσουν συμβόλαια και να φτιάξουν το όνομά τους. Γιατί ο Διαμαντίδης ήταν ο θεμέλιος λίθος κάθε ομάδας που δημιούργησε ο Παναθηναϊκός επί των ημερών του. Δεν χρειαζόταν να ξεσηκώσει την εξέδρα, να φιλήσει τη φανέλα και να βγάλει πάθος. Η παρουσία του στην πεντάδα σήμαινε τη μέγιστη εγγύηση για τους στόχους της ομάδας.

Αυτός ο ταπεινός «sui generis» του ελληνικού μπάσκετ θα μνημονεύεται στις επόμενες γενιές.

Αγνωστο το επόμενο βήμα του

Το κεφάλαιο του παίκτη Δημήτρη Διαμαντίδη μπήκε στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας και η επόμενη ημέρα του στο μπάσκετ βρίσκεται υπό… αναζήτηση από τον ίδιο και σηκώνει μεγάλη συζήτηση απ’ όλους τους θαυμαστές τους. Ποια θα μπορούσε να είναι η επόμενη ενασχόληση του Διαμαντίδη, έξω από τα γήπεδα του μπάσκετ, αλλά στον περίγυρο του αθλήματος; Είναι δεδομένο ότι αποτελεί ίνδαλμα για χιλιάδες παιδιά και οι υγιείς φίλαθλοι θέλουν να συνεχίσουν να τον βλέπουν και χωρίς την πορτοκαλιά μπάλα στα χέρια. Οπως είναι επίσης δεδομένο ότι ο Διαμαντίδης δεν είναι, πλέον, ένας νέος συνταξιούχος μπασκετμπολίστας που θα απομακρυνθεί από τα κοινά, θα αγοράσει ένα καλάμι και θα πάει για ψάρεμα στην πανέμορφη λίμνη της Καστοριάς. Αν και πολύ θα ήθελε να το κάνει, για... αποτοξίνωση, τον πρώτο χρόνο της αποχώρησής του, ο Δημήτρης δεν έχει αποφασίσει από ποια θέση, πόστο και λειτουργία θα παραμείνει κοντά στο μπάσκετ.

«Θέλω να το ψάξω και να βρω αυτό που θα με γεμίζει ψυχολογικά για να μπορώ να ανταποκριθώ», είπε ο ίδιος στην τελευταία συνέντευξή του. Λένε ότι οι κορυφαίοι παίκτες και αθλητές πολύ σπάνια μπορεί να πετύχουν σε άλλη θέση από το σπορ που δόξασαν και δοξάστηκαν. Ο Διαμαντίδης γνωρίζει ότι όσα πέτυχε ως παίκτης δεν πρόκειται να επαναληφθούν με άλλο ρόλο στο μπάσκετ, αλλά αυτό που θέλει να αποφύγει –και πολύ σωστά κάνει– είναι να νιώσει ψυχολογικό έλλειμμα με ό,τι άλλο ασχοληθεί. Διά της αφαιρετικής οδού, πάντως, οι επιλογές του, όπως και ο ίδιος είπε, προσφάτως, είναι λίγες. Για την προπονητική δεν θέλει ούτε να ακούει, τον ρόλο του μάνατζερ σε ομάδα ούτε που το συζητά, επίσης και αυτόν του τεχνικού διευθυντή. Ο Διαμαντίδης θα μπορούσε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση των παιδιών στο μπάσκετ και θα χρειαστεί μεταδοτικότητα και υπομονή για την αφομοίωση όσων διδάξει.

Ο άλλος... Διαμαντίδης, εκτός των γηπέδων

Χαμογελούσε σπάνια, υπέγραφε αυτόγραφα σπανιότερα, απέφευγε τις τηλεοπτικές κάμερες και τους φωτογραφικούς φακούς και ήταν ο ορισμός του αντιστάρ. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης, το παιδί από την Καλλιθέα Καστοριάς, έπαιζε μπροστά σε κοινό 20.000 θεατών, δεν παρακινούσε ποτέ την εξέδρα, δεν «άνοιγε» ποτέ… διάλογο με χειρονομίες, δεν προκαλούσε σε καμία αντίπαλη έδρα, ακόμη κι αν άκουγε ανείπωτες κατάρες και βωμολοχίες και έφευγε πάντα με σκυφτό κεφάλι για τα αποδυτήρια, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Το απλό μειδίαμα ήταν η πιο χαρούμενη έκφραση της συμπεριφοράς του προς όλους. Ο εμβληματικός αρχηγός του Παναθηναϊκού ένιωθε άβολα με τα ΜΜΕ. Μιλούσε με δυσκολία τα αγγλικά και απέφευγε τις δηλώσεις, κυρίως στις αποστολές του εξωτερικού, ενώ ήταν πάντα συνεσταλμένος διεκδικώντας το βραβείο (αν υπάρχει) του πιο ντροπαλού σταρ.

Κι όμως ο Δημήτρης είχε και έχει χιούμορ, δεν «βάζει γλώσσα μέσα» όταν συνευρίσκεται με ανθρώπους που εμπιστεύεται.

Η γνωριμία του με την σύζυγο του Βερίνα βελτίωσε σημαντικά την εξωστρέφειά του και τις δημόσιες σχέσεις του τα τελευταία χρόνια. «Ξεψάρωσε», όπως του έλεγαν οι κολλητοί φίλοι του, έμαθε και μίλησε καλά αγγλικά, έκανε δύο διακριτικά τατουάζ για τα παιδιά του, ενώ δεν υπάρχουν περισσότερες από... πέντε φωτογραφίες εξόδων με τη γυναίκα του.

Γιατί ο Διαμαντίδης πάντα πίστευε ότι η δουλειά του αρχίζει και τελειώνει εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου με το θέαμα που προσφέρει. Χωρίς την αθλητική περιβολή του ήταν ένας απλός πολίτης που περνούσε τελείως απαρατήρητος στον κόσμο. Μπορούσε να κάθεται στο μετρό ή στο τραμ και κανείς να μην τον παρατηρήσει αν δεν τον ήξερε από το μπάσκετ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ