ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τελευταία η Αθήνα στην κατάταξη των διεθνών χρηματοπιστωτικών κέντρων

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

Η τελική θέση της Αθήνας δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς όχι μόνο δεν προσφέρει ένα ελκυστικό οικονομικό περιβάλλον, αλλά επιπλέον τον τελευταίο χρόνο έχουν επιβληθεί έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ουραγός παραμένει η Αθήνα σε ό,τι αφορά την ικανότητά της να αποτελέσει ένα διεθνούς εμβέλειας χρηματοοικονομικό κέντρο, καθώς, σε σχετική έρευνα της εταιρείας μελετών και στρατηγικού σχεδιασμού Z/Yen, η ελληνική πρωτεύουσα καταλαμβάνει την 87η και τελευταία θέση παγκοσμίως. Ο δείκτης παγκόσμιων οικονομικών κέντρων (GFCI) κατατάσσει τις πόλεις, εξετάζοντας την ανταγωνιστικότητά τους, με βάση τις επιδόσεις που εμφανίζουν σε τομείς όπως το επιχειρηματικό περιβάλλον, οι υποδομές, το ανθρώπινο κεφάλαιο, η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα και η φήμη. Παράλληλα, για την οριστικοποίηση της βαθμολογίας, προσμετράται και το αποτέλεσμα έρευνας ερωτηματολογίου σε επιλεγμένα στελέχη διεθνών εταιρειών του χρηματοπιστωτικού κλάδου.

Η τελική θέση της Αθήνας δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη, καθώς όχι μόνο δεν προσφέρει ένα ελκυστικό οικονομικό περιβάλλον, αλλά επιπλέον τον τελευταίο χρόνο έχουν επιβληθεί έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων και ασφαλώς το τραπεζικό σύστημα της χώρας βιώνει μια άνευ προηγουμένου κατάσταση, καθώς επιχειρεί να διαχειριστεί τον τεράστιο όγκο των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών κι επιχειρηματικών δανείων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, πολύ δύσκολα θα μπορούσε μια οποιαδήποτε πόλη να αποτελέσει πόλο έλξης για εταιρείες του χρηματοπιστωτικού κλάδου, ή γενικότερα για πολυεθνικές επιχειρήσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω από την Αθήνα βρίσκονται πόλεις όπως η Καζαμπλάνκα (Μαρόκο) που κατατάσσεται στην 30ή θέση, η Κουάλα Λουμπούρ (Μαλαισία), που καταλαμβάνει την 43η θέση και η Βαρσοβία της Πολωνίας (45η θέση). Εντύπωση προκαλεί επίσης η αναρρίχηση του Ταλίν της Εσθονίας, που πλέον κατατάσσεται στην 50ή θέση, ενώ πριν από έναν χρόνο καταλάμβανε την 78η θέση. Αντίστοιχα και η Ρίγα της Λετονίας βρίσκεται στην 52η θέση από την 71η που βρισκόταν πέρυσι. Μετά τα γεγονότα των τελευταίων μηνών, η Κωνσταντινούπολη έχασε αρκετές θέσεις, για να βρεθεί πλέον στην 57η θέση από την 45η που βρισκόταν μέχρι πέρυσι. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η Αθήνα δεν κατόρθωσε να υπερκεράσει καμία από τις πόλεις των μεσογειακών χωρών του Νότου, με τη Ρώμη να βρίσκεται στην 64η θέση, τη Μαδρίτη στην 68η θέση και τη Λισσαβώνα στην 69η θέση. Το Μουμπάι της Ινδίας επίσης βρίσκεται στην 75η θέση, ενώ πιο κοντά στην Αθήνα βρίσκονται πόλεις όπως οι Μπαχάμες (86η θέση), η Αγία Πετρούπολη (85η θέση), η Μόσχα (84η θέση) και το Ρέικιαβικ της Ισλανδίας (83η θέση). Στην πρώτη θέση παραμένει το Λονδίνο, αν και δεν αποκλείεται στην επόμενη έρευνα να απολέσει την πρωτοκαθεδρία του, λόγω του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος υπέρ του Brexit. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Νέα Υόρκη, ενώ ακολουθούν η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και το Τόκιο.

Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με στελέχη του κλάδου των ακινήτων, η χώρα έχει σημαντικά πλεονεκτήματα σε τομείς όπως οι υποδομές, που έχουν αναπτυχθεί από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και μετά, όπως επίσης και σε ό,τι αφορά τον τομέα του ανθρώπινου κεφαλαίου. Επίσης, ανταγωνιστικό θεωρείται και το κόστος εργασίας. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να προσελκύσει διεθνούς κύρους επιχειρήσεις, με τα αντίστοιχα οφέλη σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις και την απασχόληση και ασφαλώς και την αγορά ακινήτων, δεδομένου ότι θα απαιτούνταν νέα κτίρια γραφείων, λόγω της ζήτησης που θα υπήρχε. Ωστόσο, η υψηλή φορολογία των επιχειρήσεων, η μεγάλη γραφειοκρατία και η έλλειψη κινήτρων και στρατηγικής για την προσέλκυση μεγάλων επιχειρήσεων καθιστούν αδύνατη την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ