Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Υπάρχουμε. Συνυπάρχουμε;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​​​άν κάνεις ένα πείραμα με ανθρώπους και τους προσφέρεις να διαλέξουν μεταξύ μιας μικρής ανταμοιβής τώρα, 1 ευρώ σήμερα αντί για 5 ευρώ την επόμενη εβδομάδα, οι περισσότεροι θα πάρουν το 1 ευρώ σήμερα, ακόμη κι αν από επενδυτική σκοπιά θα ήταν καλύτερα να περιμένουν μία εβδομάδα και να πάρουν τα 5. Αυτό είναι πολύ λογικό, γιατί σε εξελικτικές εποχές έπρεπε να έχεις τον νου σου για απειλές που βρίσκονταν ακριβώς μπροστά σου, σ’ ένα ζώο που θα πηδήξει πάνω σου ή για την πηγή φαγητού που μπορεί να βρίσκεται παραδίπλα. Το καλό νέο είναι ότι επιζήσαμε, αλλά το κάναμε εις βάρος του μέλλοντος, οπότε είναι σαν να κοιτάζουμε συνέχεια απ’ τη λάθος πλευρά του τηλεσκοπίου, όπου το μέλλον μοιάζει μικρότερο απ’ αυτό που πραγματικά είναι». Τον περασμένο Μάιο (30/05) δημοσιεύτηκε στην «Κ» η συνέντευξη του δημοσιογράφου και συγγραφέα Πολ Ρόμπερτς, στον Μανώλη Ανδριωτάκη. Αφορμή, το δοκίμιό του «Η κοινωνία της παρόρμησης, η Αμερική στην εποχή της στιγμιαίας επιβράβευσης» (εκδόσεις Bloomsbury).

Ανάμεσα στα πολλά και ενδιαφέροντα που παρέθετε ο Αμερικανός δημοσιογράφος ως συνέπεια της κοινωνίας της παρόρμησης ήταν και η διόγκωση του «εγώ», με τη στήριξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία σε ένα βαθμό δημιουργούν μια «μυωπική σχέση με την πραγματικότητα». Τι σημαίνει αυτό; «Οτι χάνουμε την επαφή με την κοινότητα, με το “εμείς”, ασχολούμενοι διαρκώς με τον εαυτό μας». 

Την περασμένη Κυριακή, μια άλλη συνέντευξη στην «Κ» (στην Αριστοτελία Πελώνη) του Τζέιμς Κόντο, ο οποίος έχει διατελέσει αντιπρόεδρος του Twitter, σύμβουλος της ιαπωνικής κυβέρνησης και τώρα είναι συνεργαζόμενος επιστήμονας στο ΜΙΤ, ενισχύει, μέσα από άλλες διαδρομές, την ίδια άποψη: «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκαλούν θόρυβο, αλλά δεν δημιουργούν κάτι νέο. Το Διαδίκτυο υποτίθεται ότι θα ήταν ανοικτό, αλλά πολλά από τα μίντια ανήκουν σε λίγες εταιρείες και γίνονται πιο ιδιωτικά, είναι δύσκολο να ξέρεις τι γίνεται στην πραγματικότητα».

Κι εδώ, όπως και στον Π. Ρόμπερτς, το αιτούμενο είναι η «πραγματικότητα του εμείς». Η έξοδος δηλαδή από τη «μικροφούσκα» του καθενός στον μέγα κόσμο, προς τον οποίο η άγνοια ή η κατακερματισμένη γνώση, μας κάνει είτε συγκαταβατικούς είτε απορριπτικούς - επιθετικούς. Ζούμε, δηλαδή, επί της ουσίας «χωρίς να βλέπουμε τι κάνουν και τι σκέφτονται οι άλλοι», επισημαίνει ο κ. Κόντο.

Το «στιγμιαίο», η διαρκής ενασχόληση με τον εαυτό, η πολυδιάσπαση, πόσο συμβάλλουν στην κατανόηση του κόσμου και στη συνύπαρξη; Οι πολιτικοί όπως και οι δημοσιογράφοι δεν εξαιρούνται από το σύμπτωμα του «στιγμιαίου». Χάνουν τον παλμό της κοινωνίας, τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τη δυσαρέσκεια ή την οργή της, ανοίγοντας τον δρόμο στους λαϊκιστές και στους μεσσίες. Το καθημερινό «ζάπινγκ» σε γεγονότα, μηνύματα, εικόνες, πόσο συνδέεται με την ενημέρωση και ακόμη περισσότερο με τη δυνατότητα σύνθεσης και επεξεργασίας θεμάτων και πληροφοριών;

Η «επικοινωνιακή μεταποίηση» των πολιτικών σε ελκυστικά προϊόντα ώστε να βρίσκουν εύκολα και αποτελεσματικά αποδέκτες - ψηφοφόρους, πόσο βοηθάει στην προστασία και ενίσχυση της δημοκρατίας και των θεσμών της; Από την άλλη, παρατηρείται διεθνώς μια άρνηση του εκλογικού σώματος. Τα ποσοστά συμμετοχής σε εκλογικές αναμετρήσεις και δημοψηφίσματα εμφανίζονται μειωμένα. Η κόπωση και το αίσθημα ματαιότητας είναι, συνοπτικά, μία από τις βασικές ερμηνείες. Ομως θα είχε ενδιαφέρον αν εντάσσαμε στον προβληματισμό και το «στιγμιαίο». Την αδυναμία της πολιτικής, δηλαδή, παρά την εξοικείωσή της με αυτό, να προσφέρει άμεσες λύσεις που θα ανακουφίσουν μεγάλο αριθμό πολιτών.

Η «κοινωνία της παρόρμησης» μοιάζει να καταναλώνει ταχύτατα και αμάσητα οτιδήποτε πέφτει στην αντίληψή της, η δε πολιτική του «στιγμιαίου» να εξουδετερώνει κάθε προοπτική επένδυσης στο μέλλον. Και η πραγματικότητα; Παραμένει στην άλλη πλευρά του τηλεσκοπίου, αυτή που δεν κοιτάει κανείς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ