ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Διαστροφή και εκδίκηση στην ομίχλη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ υποδύεται τη Μισέλ, μια ψυχρή γυναίκα που φαίνεται πως αντιμετωπίζει υπερβολικά ψύχραιμα τον βιασμό της.

Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά το «Βασικό ένστικτο», ο Πολ Βερχόφεν, ο διασημότερος Ολλανδός σκηνοθέτης, επιστρέφει σε ένα αγαπημένο του θέμα: τη χημεία ανάμεσα στη βία και στον ερωτισμό. Το «Εκείνη» (Elle), από το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Φιλίπ Ντζιάν «Oh...», είναι ένα παιχνίδι γύρω από τις έννοιες της διαστροφής και της εκδίκησης, που τείνει όμως να μετατρέψει την ταινία σε κινηματογραφική τραμπάλα ανάμεσα στο υπαινικτικό θρίλερ και στην επιτηδευμένη πρόκληση.

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ ενσαρκώνει μια ψυχρή Παριζιάνα, με τραυματική παιδική ηλικία, η οποία φαίνεται πως απολαμβάνει τον βιασμό της. Καθώς κυλάει το φιλμ και οι καταστάσεις θυμίζουν όλο και περισσότερο αλμοδοβαρική φάρσα, αρχίζεις να αμφιβάλλεις. Ισως και να σχεδιάζει μεθοδικά την εκδίκησή της.

Η Μισέλ, η ηρωίδα της Ιπέρ, είναι συνιδιοκτήτρια και διευθύντρια μιας εταιρείας που φτιάχνει βίντεογκεϊμ. Στο γραφείο είναι αυταρχική και ενίοτε προσβλητική με τους συνεργάτες της. Η ίδια συμπεριφορά χαρακτηρίζει και την προσωπική της ζωή. Το γεγονός ότι η μητέρα της και ο γιος της (που είναι σε ηλικία γάμου) εξαρτώνται από αυτήν οικονομικά τής δίνει το δικαίωμα να επεμβαίνει ωμά στη ζωή τους. Μέρος του ελεύθερου χρόνου της αφιερώνει στον εραστή της, ο οποίος τυγχάνει να είναι και ο σύζυγος της πιο στενής φίλης της και συνιδιοκτήτριας της εταιρείας.

Το παρόν της Μισέλ είναι ψυχρό σαν πάγος. Γι’ αυτό μάλλον φταίνε οι σκοτεινές αναμνήσεις που έρχονται από το μακρινό παρελθόν της. Ο πατέρας της, τον οποίο η Μισέλ μισεί, εδώ και πολλά χρόνια βρίσκεται στη φυλακή για ένα αποτρόπαιο έγκλημα (ένα βράδυ, για άγνωστη αιτία, έσφαξε 27 ανθρώπους στη γειτονιά τους). Η νεανική του εικόνα του ως «χασάπη» έχει στοιχειώσει την κόρη του.

Ο βιασμός της ώριμης Μισέλ, κυριολεκτικά (από έναν σωματώδη άντρα που εισβάλλει σαν φαντομάς στο σπίτι της) αλλά και μεταφορικά (ο «βιασμός» της αθωότητάς της στα τρυφερά της χρόνια), θα λειτουργήσει σαν καταλύτης της χημείας.

Η Σάρον Στόουν...

Τα παιχνίδια πρόκλησης και ωμού ερωτισμού άρεσαν από παλιά στον Βερχόφεν. Ο «Παράφορος έρωτας» (Turkish Delight), που τον έκανε γνωστό σε ένα ευρύ κοινό στην πατρίδα του το 1973, είχε μια διάθεση αμφισβήτησης και υπαινισσόταν ένα ολλανδικό νέο κύμα. Μια δεκαετία μετά, στον «4ο Ανθρωπο», που τον καθιέρωσε και πέραν των ολλανδικών συνόρων, η ωμή πρόκληση έδωσε τη θέση της σε έναν αισθησιασμό που διαχέεται σε μπαρόκ ατμόσφαιρα. Το μοτίβο της φαμ φατάλ, που είναι ο βασικός άξονας ταινίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι προετοίμαζε το έδαφος για το «Βασικό ένστικτο», μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Χόλιγουντ των ’90s.

Σε αυτήν, η Σάρον Στόουν ενσαρκώνει μια αμφισεξουαλική γυναίκα, συγγραφέα αστυνομικών βίπερ, που θεωρείται ύποπτη σειράς δολοφονιών με παγοκόφτη. Ο Μάικλ Ντάγκλας, στον ρόλο ενός αστυνόμου που αντιμετώπισε ψυχολογικά προβλήματα στο πρόσφατο παρελθόν του, πέφτει θύμα της γοητείας της. Ο Βερχόφεν σκηνοθετεί ακολουθώντας χιτσκοκική γραμμή πλεύσης.
...και η Ιζαμπέλ Ιπέρ

Η σημερινή ταινία του δίνει την εντύπωση ενός απόηχου του «Βασικού ενστίκτου», ο οποίος έρχεται για να δώσει πνοή σε μια ηρωίδα σαν και αυτήν που ενσάρκωσε η Ιπέρ στη «Δασκάλα του πιάνου» του Μίκαελ Χάνεκε: Μια ανύπαντρη σαραντάρα, πιανίστα, αυθεντία στον Σούμπερτ και στον Σούμαν, το πρωί παραδίδει μαθήματα αρμονίας στο Ωδείο της Βιέννης. Τα βράδια «κατασκοπεύει» ηδονοβλεπτικά πελάτες σε πορνοκινηματογράφους και αυτοϊκανοποιείται σαδομαζοχιστικά παραδίδοντας «μαθήματα» έρωτα σε έναν νεαρό τρελά ερωτευμένο μαζί της. Η δασκάλα του πιάνου εμπνέει την Ιπέρ για να αποδώσει τη διαστροφή της σημερινής ηρωίδας της. Το «Εκείνη» σε αυτόν τον ρόλο πατάει.

Το άπιαστο όνειρο

Ο ανερχόμενος Γάλλος ηθοποιός Πιερ Νινέ («Yves Saint Laurent») δεσπόζει στον «Συγγραφέα» του Γιαν Γκοζλάν, θρίλερ με έμφαση στην ψυχολογία του βασικού ήρωα και με εξαιρετική κλιμάκωση. Ο Ματιέ, ο ήρωας που υποδύεται ο Νινέ, θυμίζει λίγο τον λογοτεχνικό Τομ Ρίπλεϊ της Πατρίτσια Χάισμιθ (που γνώρισε και κινηματογραφικές δόξες).

Ο Ματιέ λατρεύει τον Στίβεν Κινγκ και θέλει να γίνει συγγραφέας, μάταια όμως προσπαθεί να βρει μια χαραμάδα προς το όνειρο: ο εκδοτικός οίκος στον οποίο έχει στείλει το χειρόγραφο ενός βιβλίου του τον απορρίπτει. Απιαστο όνειρο φαντάζει και ο έρωτας γι’ αυτόν: δεν υπάρχει γέφυρα που θα τον φέρει στον κόσμο μιας πλούσιας νεαρής, θεωρητικού της λογοτεχνίας, που τον γοήτευσε όταν την είδε τυχαία σε ένα αμφιθέατρο να δίνει διάλεξη. Ο δικός του κόσμος ορίζεται ασφυκτικά από την κοινωνική του τάξη: επιβιώνει κάνοντας τον αχθοφόρο σε μεταφορική εταιρεία.

Μια μέρα, αδειάζοντας το διαμέρισμα ενός νεκρού, βετεράνου του πολέμου στην Αλγερία, που δεν ευτύχησε να έχει κληρονόμους, ανακαλύπτει το ημερολόγιό του από τον πόλεμο ανάμεσα στα άχρηστα προσωπικά του αντικείμενα. Η γραφή του νεκρού βετεράνου είναι συναρπαστική και ο Ματιέ οσονούπω αποφασίζει να γίνει κλέφτης.

Το «βιβλίο του» εκδίδεται και γίνεται αμέσως μπεστ σέλερ. Λίγο μετά, σε μια δεξίωση προς τιμήν του, ο Ματιέ θα διαβεί τη γέφυρα που θα τον φέρει στην αγκαλιά που ποθεί. Το χειρόγραφο του βετεράνου, όμως, αναζητάει τον αληθινό συγγραφέα του, με τρόπο παρ’ ολίγον μεταφυσικό. Στοιχειώνει και ο Στίβεν Κινγκ την ταινία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ