ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ντάριο Φο, o θεατρίνος που εξόργιζε την εξουσία

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Ντάριο Φο, ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας και πολυπράγμων δημιουργός, κάτοχος του Νομπέλ Λογοτεχνίας, απεβίωσε από πνευμονία σε ηλικία 90 ετών. Ηγετική μορφή της πολιτικής σάτιρας, συγγραφέας δημοφιλών έργων, ο Ντάριο Φο απασχόλησε την κοινή γνώμη επί σειρά δεκαετιών τόσο με το στρατευμένο καλλιτεχνικό έργο του όσο και με τις πολιτικές συγκρούσεις που προκαλούσε. Μοναδικός στον αυτοσχεδιασμό και με βαθιά κοινωνική ενσυναίσθηση, ο Ντάριο Φο υπήρξε μορφή του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Ντάριο Φο είχε εκείνη τη στόφα του «ολικού» καλλιτέχνη. Ηταν λίγο-πολύ τα πάντα. Και αν είχε αναδείξει τον αυτοσχεδιασμό, εκείνο το εσωτερικό κύμα που ξεσπούσε από μέσα του, με γέλιο ή θυμό, σε συνδετικό νήμα όλης της τέχνης του, ο ίδιος ήταν πιο συνειδητός, έντονα πολιτικοποιημένος και εξόχως σταθερός σε μια στάση ζωής που σήμερα με άνεση θα χαρακτηρίζαμε αντισυστημική και αντιακαδημαϊκή. Ο Ντάριο Φο δεν είχε στόμφο. Εδινε σάτιρα πικρή, προκαλούσε γέλιο, γεφύρωνε τα ξέφτια της κομέντια ντελ’ άρτε με τη φαντασία των τροβαδούρων, αντλούσε από κρυμμένες δεξαμενές μιας «αρχαίας», λαϊκής Ιταλίας.

Ο θάνατός του, στα 90 του χρόνια από πνευμονία, σφραγίζει μια δυναμική πορεία στο σώμα του 20ού αιώνα, κληροδοτώντας πρωτίστως θεατρικά έργα που αγαπήθηκαν και παίχτηκαν πολύ σε πολλές γλώσσες, όπως το «Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω!» ή τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού». Στην Ελλάδα, το έργο του Ντάριο Φο διαχύθηκε και απέκτησε μεγάλο κοινό, κυρίως μέσα από τον θίασο του Στέφανου Ληναίου και της Ελλης Φωτίου. «Πάντα μας παρότρυνε να παίζουμε τα έργα του με απόλυτη ελευθερία να προσθέτουμε και να αφαιρούμε, αρκεί να μη μειώνουμε την ουσία του έργου», είχε πει ο Στέφανος Ληναίος σε συνέντευξή του στη Γιούλη Επτακοίλη για την «Κ». «Μας παρότρυνε να αφήνουμε τον κόσμο να συμμετέχει, ακόμη και να σταματάμε την παράσταση για να συνομιλήσουμε με το κοινό. Αυτό έχει συμβεί πολλές φορές».

Ο Ντάριο Φο ήταν ένα πνευματικό πολυεργαλείο. Ζωγράφιζε, έγραφε, έπαιζε, χόρευε. Ηταν ένα πολιτικό ον στρατευμένο στην Αριστερά. Οι συγκρούσεις του με τις εκάστοτε ιταλικές κυβερνήσεις άφησαν εποχή, στις ΗΠΑ του είχε απαγορευθεί η είσοδος για ένα διάστημα και γενικώς οι θέσεις του ενοχλούσαν το «κατεστημένο». Ο Ντάριο Φο μαζί με τη γυναίκα του Φράνκα Ράμε (πέθανε το 2013) υπήρξε το κατεξοχήν ζευγάρι πολιτικού ακτιβισμού μέσα από τις παραστατικές τέχνες. Αναμφισβήτητα, το πηγαίο ταλέντο του μπορούσε να γεμίσει αίθουσες, να φέρει ζητήματα στον δημόσιο διάλογο, να διχάσει την κοινωνία και να οργανώσει εκ νέου το θέατρο σε μία παλλόμενη σκηνή πολιτικής οξύτητας στα όρια του πηγαίου και στην καρδιά της στόχευσης. Υπήρξε παραγωγός γεγονότων και «υποστηρικτής της αξιοπρέπειας των αδυνάτων», όπως είχε σχολιάσει η Σουηδική Ακαδημία την απόφασή της να του δώσει το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1997. Λίγα χρόνια πριν, ο Ντάριο Φο είχε επικρίνει τον θεσμό των Νομπέλ ως μία «παρωδία», ωστόσο αποδέχθηκε τη βράβευση και στην ομιλία του στην τελετή απονομής έστησε μία σωστή παράσταση που έμεινε στην Ιστορία.

Ο Ντάριο Φο είχε εκείνη την εκρηκτική προσωπικότητα που μπορούσε διαρκώς να απασχολεί την κοινή γνώμη. Η αποστροφή του για τον μπερλουσκονισμό και τον ίδιο τον Μπερλουσκόνι πυροδότησε νέο κύκλο πολιτικής σάτιρας. Τα πρόσφατα χρόνια η στράτευσή του με τον λαϊκιστικό και αντισυστημικό κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο τον οδήγησε σε ακραίες στάσεις, που επικρίθηκαν από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Αν και η πολιτική νομιμοποιούσε κατά κάποιον τρόπο την τέχνη του, το αποτύπωμά του Ντάριο Φο αντλούσε κυρίως από την πηγαία, χωρίς φίλτρα, καλλιτεχνική έκφρασή του. Το διεθνές κοινό που τον ακολούθησε, κυρίως μέσα από τις παραστάσεις των θεατρικών του έργων, χειροκροτούσε το σπάνιο χάρισμα να μιλάει κανείς για σοβαρά θέματα με σπαρταριστό τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, στην Ιταλία, ο Ντάριο Φο είχε εχθρούς και φίλους. Προκαλούσε υψηλές θερμοκρασίες και εντάσεις. Αν και ενεργός έως το τέλος στα δημόσια πράγματα της πατρίδας του, ο Ντάριο Φο, το έργο του και η φωνή του παραμένουν περισσότερο ως αποτύπωμα της ριζοσπαστικής δεκαετίας του ’70 παρά ως κληρονομιά μιας τέχνης που θα μείνει κλασική. Ωστόσο, το πηγαίο της έκφρασής του, το βάθος του ταλέντου του και η συνομιλία του με το λαϊκό θέατρο της παλιάς Ιταλίας τον καθιστούν μοναδικό και τον παραδίδουν ως μία μορφή της Ευρώπης του 20ού αιώνα.

Aρλεκίνος

Του ΜΙΧΑΛΗ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑ

Ενα βράδυ έτυχε να βρεθώ –παρείσακτος– με μία  ομάδα νέων ηθοποιών  στη σχολή τους. Σ’ έναν μεγάλο προθάλαμο ο Ντάριο Φο και δίπλα του η Φράνκα Ράμε, μόλις είχαν τελειώσει ένα έκτακτο μάθημα. Ολοι, σπουδαστές, τεχνικοί και διοικητικοί, τους πολιορκούσαν με πρόσθετες ερωτήσεις και απορίες. Ο Φο είχε μεγάλα κέφια. Ψηλός, γεμάτος και μ’ εκείνο το μοναδικό χαμόγελο που μας χάριζε με τον άκακο προγναθισμό του. Και κάποια στιγμή, ξαφνικά άρχισε να μιμείται τον χενεραλίσιμο Φράνκο ως ετοιμοθάνατο, που η παρατεταμένη συντήρησή του στη ζωή, μέχρι τον Νοέμβριο του 1975 που πέθανε, ήταν στην πρώτη γραμμή επικαιρότητας. Ολοι του κάναμε χώρο. Ο Φο μας συνάρπασε. Είχε επιστρατεύσει όλη την γκάμα του αυτοσχεδιασμού του. Λεκτικό, φωνή, σώμα, χέρια, δάχτυλα, πόδια, γκριμάτσες και άλλα κόλπα δήλωναν το κρεβάτι, τους νοσοκόμους, τους  παρατρεχάμενους,  το βάλε - βγάλε με τα σωληνάκια και βεβαίως τον ημιθανή δικτάτορα που δεν έλεγε να πεθάνει· μέχρι που κάποιος πονηρός υπηρέτης της συνέχειας  του Κράτους  τούς  έπεισε να τον πάνε  να λουστεί στα θαυματουργά  νερά της Παναγίας της Λούρδης... Και ο δικτάτωρ  μόλις ήρθε σε επαφή με  το  παγωμένο νερό τα κακάρωσε.

Συνέβη στο Παρίσι το 1976, στην περίφημη Σχολή της οδού Μπλανς. Ο Αρλεκίνος, φορώντας κομψό μιλανέζικο σακάκι, δίδασκε τα μυστικά της τέχνης του στους επίδοξους Ταβαρίνους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ