ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Φόροι και γραφειοκρατία πλήττουν την ελληνική αγορά ακινήτων

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αμεσος «ανταγωνιστής» της Ουγκάντας είναι πλέον η Ελλάδα, αναφορικά με το μέγεθος της γραφειοκρατίας που έχει αναπτυχθεί γύρω από τις πωλήσεις ακινήτων. Μετά τις συνεχείς παρεμβάσεις των τελευταίων ετών της οικονομικής κρίσης, πλέον χρειάζονται συνολικά 10 έγγραφα, βεβαιώσεις και πιστοποιητικά, προκειμένου να μπορέσει κανείς να πωλήσει το ακίνητό του στην Ελλάδα, όσα ακριβώς χρειάζονται και οι πωλητές ακινήτων στην Ουγκάντα. Αυτό προκύπτει από το τελευταίο εβδομαδιαίο δελτίο του ΣΕΒ, όπου γίνεται σαφές ότι η υπερφορολόγηση και η γραφειοκρατία που έχουν πλήξει την αγορά ακινήτων την περίοδο των ετών του Μνημονίου, έχουν συντελέσει καθοριστικά στην απαξίωση των ακινήτων και στην αδυναμία ανάκαμψης.

Μάλιστα, πλέον έχουν αρχίσει να εκφράζονται φόβοι ότι ούτε μια οικονομική ανάκαμψη θα σταθεί ικανή να «αναστήσει» την αγορά ακινήτων, δεδομένων των βαρών που έχουν συσσωρευθεί πλέον στην κατοχή ακινήτων. Ο ΣΕΒ αναφέρει ότι η επικείμενη επαναφορά του φόρου υπεραξίας, αρχής γενομένης από το 2017 και η εισαγωγή νέων διαδικασιών στις μεταβιβάσεις ακινήτων (πιστοποιητικό μηχανικού ότι το ακίνητο δεν φέρει πολεοδομικές αυθαιρεσίες και Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου), αναμένεται να διατηρήσουν αρνητικές τις προοπτικές της αγοράς ακινήτων. «Η κρίση και η φορολογία οδήγησαν σε απαξίωση την ακίνητη περιουσία, με αποτέλεσμα νοικοκυριά και επιχειρήσεις να είναι όμηροι των ακινήτων που έχουν στην κυριότητά τους» αναφέρει ο ΣΕΒ, καθώς ούτε να τα πουλήσουν με ευκολία μπορούν, αλλά ούτε και να εξυπηρετήσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτά.

Οπως αναφέρει η σχετική ανάλυση του ΣΕΒ, η μέση ελληνική οικογένεια διαθέτει πάνω από τέσσερα δικαιώματα επί ακινήτων, δείγμα των στρεβλώσεων στην αγορά ακινήτων. Αυτό είναι απόρροια του φορολογικού τρόπου αντιμετώπισης των ακινήτων για δεκαετίες, καθώς διαχρονικά φορολογείτο με υψηλούς συντελεστές (12% μαζί με τις αμοιβές δικηγόρων και συμβολαιογράφων) η μεταβίβαση ακινήτων, τη στιγμή που η κατοχή ακινήτων απαλλασσόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου για τη συντριπτική πλειονότητα των ιδιοκτητών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι το 2010, η φορολόγηση των ακινήτων ως ποσοστό επί του ΑΕΠ δεν ξεπερνούσε το 0,2%. Μέχρι το 2012 και ενώ εν τω μεταξύ ξεκίνησε η εφαρμογή του πρώτου μνημονίου, το ποσοστό αυτό είχε εκτιναχθεί σε 1% του ΑΕΠ, για να διαμορφωθεί πλέον σε σχεδόν 2% του ΑΕΠ, μετά την επιβολή του ΕΝΦΙΑ, που βεβαιώνει έσοδα ύψους 3,3 δισ. ευρώ ετησίως.

Αίφνης, «ακίνητα με αντικειμενικές αξίες που ξεπερνούσαν τις τιμές αγοράς κόστιζαν πλέον περισσότερο από ένα μισθό ή μια σύνταξη για να πληρωθεί ο φόρος στην κατοχή τους. Οι Ελληνες έγιναν πλούσιοι για το κράτος, τη στιγμή ακριβώς που έπαψαν να είναι πλούσιοι και την ώρα που το ίδιο το κράτος καθιστούσε αδύνατες τις μεταβιβάσεις», λόγω σωρείας παλινωδιών, όπως η επιβολή των ενεργειακών πιστοποιητικών, οι παιδικές ασθένειες του πρώτου νόμου για την τακτοποίηση αυθαιρέτων που επίσης οδήγησαν σε αναστολή των αγοραπωλησιών, αλλά και η απόπειρα επιβολής του φόρου υπεραξίας στις αρχές του 2014, που είχε το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, μέχρι την αναστολή ισχύος του μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους. Αν μάλιστα επιχειρηθεί η εκ νέου εφαρμογή του, όπως όλα δείχνουν, από το 2017 και μετά, η εικόνα αυτή αναμένεται να επαναληφθεί.

Ο ΣΕΒ προτείνει την κατάργηση του φόρου υπεραξίας, καθώς οποιοσδήποτε αγοράζει ακίνητο αναγκάζεται να προεξοφλήσει από τώρα τον φόρο που θα πληρώσει στο μέλλον. Επιπλέον απαιτούνται η δραστική απλοποίηση της διαδικασίας μεταβίβασης, η δημιουργία ενός πιο λειτουργικού πλαισίου για τη δυνατότητα αξιοποίησης ή διάθεσης ακινήτων με πολλούς συνιδιοκτήτες και η διαχρονική τοποθέτηση των αντικειμενικών αξιών, λίγο κάτω από τις ελάχιστες διαθέσιμες αγοραίες τιμές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ