ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυξήθηκαν έως και 100% οι φόροι που πληρώθηκαν φέτος μέσω κάρτας

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Διπλάσιους φόρους σε σχέση με πέρυσι πλήρωσαν φέτος οι φορολογούμενοι μέσω καρτών, αξιοποιώντας σε ποσοστό 95% το εργαλείο των άτοκων δόσεων που εξασφαλίζει η πληρωμή μέσω πιστωτικής κάρτας. Η αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων και κυρίως η εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας, έστρεψε μεγάλο μέρος των πολιτών που διαθέτουν ακόμη πιστωτική κάρτα, στην πληρωμή του φόρου σε 9 έως 12 δόσεις, καταφεύγοντας ουσιαστικά σε δανεισμό για την πληρωμή τρεχουσών φορολογικών υποχρεώσεων. Σύμφωνα με στοιχεία της «Κ», οι πληρωμές φόρων με πιστωτικές κάρτες ξεπέρασαν φέτος τα 500 εκατ. ευρώ και είναι διπλάσιες σε σχέση με πέρυσι, ενώ ειδικά τον Σεπτέμβριο που συνέπεσε η πληρωμή της δεύτερης δόσης του φόρου εισοδήματος και του ΕΝΦΙΑ, η αύξηση ξεπέρασε ακόμη και το 200%. Επίσης χαρακτηριστικό της επιδείνωσης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών είναι το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των φορολογουμένων, σε ποσοστό που σε ορισμένες τράπεζες φθάνει μάλιστα το 95%, εξάντλησε την περίοδο των 12 δόσεων, σε αντίθεση με προηγούμενες χρονιές, όταν αρκετοί ήταν εκείνοι που είχαν επιλέξει την εφάπαξ πληρωμή του φόρου τους μέσω κάρτας ή την καταβολή του σε λίγες μηνιαίες δόσεις π.χ. έως τρεις.

Η τάση αυτή, που παρακολουθείται στενά από τις τράπεζες, μένει να αποδειχθεί κατά πόσον δεν θα οδηγήσει τους επόμενους μήνες σε νέες επισφάλειες τον τομέα των καρτών, μέσα από τη συμπεριφορά των κατόχων πιστωτικών καρτών και το κατά πόσον θα αποπληρώνουν τις μηνιαίες οφειλές τους πλέον στις κάρτες κανονικά, χωρίς να συσσωρεύουν χρέη. Μέχρι στιγμής τραπεζικά στελέχη εξηγούν ότι ο τομέας των καρτών μετά το μεγάλο ξεκαθάρισμα που έγινε είναι υγιής, χωρίς τις υψηλές επισφάλειες των προηγούμενων χρόνων που έφτασαν το 60%. Ειδικά μάλιστα αυτοί που πληρώνουν τους φόρους τους με πιστωτική κάρτα αξιολογούνται ως καλοί πελάτες, αλλά και συνεπείς φορολογούμενοι για δύο κυρίως λόγους. Αφενός πρόκειται για πελάτες που έχουν ακόμη ανοιχτή πιστωτική γραμμή με την τράπεζα, καθώς δεν έχουν καθυστερήσει οφειλές και δεν έχουν «κόκκινα» δάνεια και ως εκ τούτου διατηρούν ακόμη την ή τις κάρτες τους. Αφετέρου πρόκειται για συνεπείς φορολογουμένους, που δεν αθετούν τις υποχρεώσεις τους προς το Δημόσιο και δεν έχουν καταφύγει σε ρύθμιση των οφειλών τους σε 12 ή περισσότερες δόσεις και επέλεγαν την πληρωμή με κάρτα κυρίως ως μέσο διευκόλυνσης και λιγότερο ως μέσο δανεισμού.

Δανεισμός

Η διαπίστωση αυτή μένει να επαληθευτεί τους επόμενους μήνες μέσα από τη συμπεριφορά των πολιτών και κυρίως τον τρόπο αποπληρωμής των φορολογικών υποχρεώσεων που έβαλαν στην κάρτα τους και το κατά πόσον θα αποπληρώνουν την ελάχιστη καταβολή που καταλογίζει κάθε μήνα η τράπεζα με βάση το σύστημα των άτοκων δόσεων που προσφέρει ή θα καταβάλλουν το σύνολο της μηνιαίας δόσης που έχουν χρεώσει στην κάρτα τους, αποπληρώνοντας το σύνολο της φορολογικής υποχρέωσης στον προγραμματισμένο χρόνο, δηλαδή στους εννιά ή τους δώδεκα μήνες.

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται ουσιαστικά για έναν άτυπο δανεισμό του κράτους από το πιστωτικό σύστημα, αφού οι τράπεζες δεν έχουν επιτοκιακά έσοδα και προσφέρουν εντέλει μια υπηρεσία που έχει σημαντικό κόστος δωρεάν. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή εάν κάποιος επιλέξει να πληρώνει την ελάχιστη καταβολή που είναι μικρότερη της μηνιαίας υποχρέωσης που υποχρεούται να πληρώσει, τότε η τράπεζα παράγει έσοδα τοκίζοντας το απλήρωτο υπόλοιπο. Ο τομέας των καρτών μετά την υποχώρηση που εμφάνισε στα χρόνια της κρίσης, επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο μέσα από την πρόθεση του υπουργείου Οικονομικών να συνδέσει το χτίσιμο του αφορολόγητου με τη χρήση του πλαστικού χρήματος. Η δυναμική που μπορεί να δώσει μια τέτοια εξέλιξη είναι σημαντική, καθώς σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τραπεζικών στελεχών μπορεί να τριπλασιάσει τη διείσδυση του πλαστικού από το χαμηλό ποσοστό που βρίσκεται σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά τη σημαντική ώθηση που έδωσε η επιβολή των capital controls στις ηλεκτρονικές πληρωμές και η οποία οδήγησε σε αύξηση κατά 64% της χρήσης των καρτών, η Ελλάδα παραμένει στην προτελευταία θέση της κατάταξης μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης αλλά και της Ε.Ε. με μόλις 13 συναλλαγές ανά κάτοικο ετησίως, αμέσως πριν από τη Βουλγαρία με 11 συναλλαγές ανά κάτοικο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ