ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τα σενάρια για την τύχη Σελόντα και Νηρέα

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

Αυτό το σενάριο που οι τράπεζες φέρονται να θέλουν να αποφύγουν είναι η κινητοποίηση και η εμπλοκή των παλαιών βασικών μετόχων των δύο εταιρειών, ενδεχόμενο, ωστόσο, που, αν και απευκταίο για τους σημερινούς μετόχους, δεν θεωρείται απίθανο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το αργότερο στις αρχές του 2017 αναμένεται να είναι έτοιμη η έκθεση των συμβούλων για το μέλλον των δύο μεγαλύτερων ελληνικών εταιρειών του κλάδου της ιχθυοκαλλιέργειας, της Σελόντα και του Νηρέα. Υπό αυτή την προϋπόθεση, η όποια πρόταση για πώληση αναμένεται το καλοκαίρι του 2017, χωρίς, βεβαίως, αυτό να σημαίνει ότι οι βασικοί μέτοχοι, εν προκειμένω οι τράπεζες, δεν θα περιμένουν σε περίπτωση που οι συνθήκες και το επενδυτικό κλίμα δεν είναι ευνοϊκό. Σε αυτή τη φάση η αποτίμηση των δύο εταιρειών πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο από τις ελεγκτικές εταιρείες Alvarez & Marshall και PriceWaterhouseCoopers (PWC), ενώ τον ρόλο του συμβούλου πώλησης αναμένεται να έχει κατά βάση η Lazard.

Τρία είναι τα σενάρια που, σύμφωνα με πληροφορίες από την αγορά, εξετάζονται για την τύχη των δύο εταιρειών. Κατ’ αρχάς συγχώνευση των δύο εταιρειών και πώλησή τους σε ξένο στρατηγικό επενδυτή του κλάδου επίσης των ιχθυοκαλλιεργειών. Θεωρείται το πλέον ιδανικό σενάριο και ουσιαστικά διερευνάται πιθανό ενδιαφέρον από ισχυρές εταιρείες του ευρωπαϊκού Βορρά, για παράδειγμα νορβηγικές, που δραστηριοποιούνται στην εκτροφή σολομού. Το σενάριο αυτό θεωρείται ιδανικό καθώς επενδυτής είναι εταιρεία του κλάδου, άρα πρόκειται για μακροπρόθεσμη επένδυση, χωρίς να είναι ανταγωνίστρια, όπως θα ήταν για παράδειγμα κάποια τουρκική επιχείρηση που παράγει τσιπούρα και λαβράκι.

Δεύτερον, πώληση ενός ενοποιημένου ομίλου αποτελούμενου από τη Σελόντα και τον Νηρέα σε επενδυτικό fund. Ηδη τούτο έγινε με την περίπτωση της Ανδρομέδας, το 90% της οποίας εξαγοράστηκε από το fund Amerra Capital Management LLC που εδρεύει στη Νέα Υόρκη. Η πώληση της Ανδρομέδας από την Global Finance στην Amerra ανακοινώθηκε τον περασμένο Μάιο, ενώ οι τελικές υπογραφές στη συμφωνία μπήκαν, κατά πληροφορίες, χθες. Στην περίπτωση των Σελόντα - Νηρέα έχει αναπτυχθεί έντονη φημολογία για το ενδιαφέρον funds, χωρίς ωστόσο το ενδιαφέρον αυτό, όπως επισημαίνουν στην «Κ» πηγές με γνώση του κλάδου, να έχει μετουσιωθεί σε συγκεκριμένη πρόταση - προσφορά. Το μειονέκτημα στην περίπτωση των funds είναι, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, το εξής: ο κύκλος ζωής των ψαριών στις ιχθυοκαλλιέργειες είναι 20 μήνες. Επομένως, πώς ένα fund, που συνήθως ύστερα από 5-6 χρόνια αποχωρεί από μια επένδυση, θα αποφασίσει να επενδύσει σε έναν κλάδο για μόλις τρεις γενιές ψαριών; Η εναλλακτική επιλογή σε αυτή την περίπτωση θα ήταν η συνεργασία εταιρείας του κλάδου των ιχθυοκαλλιεργειών με κάποιο fund. Σε σύγκριση, πάντως, με άλλα funds που πιθανώς θα ενδιαφερθούν, η Amerra θα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, έχοντας ήδη αποκτήσει εμπειρία στον κλάδο μέσω της εξαγοράς της Ανδρομέδας.

Τρίτον, πώληση των δύο εταιρειών χωριστά, ακόμη και στον ίδιο επενδυτή, και η ενοποίησή τους στη συνέχεια. Σε αυτή την περίπτωση θεωρείται ότι δύσκολα θα υπάρξει συμμετοχή fund, με δεδομένη τη χρονοβόρα διαδικασία που απαιτείται στην Ελλάδα για την ολοκλήρωση μιας συγχώνευσης, διαδικασία η οποία μπορεί να διαρκέσει ακόμη και δύο χρόνια. Αυτό, πάντως, που οι τράπεζες φέρεται ότι θέλουν να αποφύγουν είναι ένα άλλο σενάριο: την κινητοποίηση και εμπλοκή των παλαιών βασικών μετόχων των δύο εταιρειών, ενδεχόμενο, ωστόσο, που αν και απευκταίο για τους σημερινούς μετόχους, δεν θεωρείται απίθανο.

Πέρα από τη σημερινή βελτιωμένη κατάσταση των δύο εταιρειών, μετά την αναδιάρθρωση των δανείων τους και την ανάληψη του ελέγχου από τις πιστώτριες τράπεζες, την αποτίμηση και κατά συνέπεια και την πώλησή τους επηρεάζουν και οι τιμές των ψαριών. Σήμερα στο μεν λαβράκι η τιμή είναι σταθερή, στα ίδια σχεδόν επίπεδα με πέρυσι, στη δε τσιπούρα η τιμή μετά τον Μάιο υποχωρεί και βρίσκεται κατά 5% - 6% χαμηλότερα σε σύγκριση με πέρυσι. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό διαδραματίζει η Τουρκία, η οποία σε μια προσπάθεια να αντισταθμίσει τις απώλειες στη ζήτηση λόγω της συρρίκνωσης του τουρισμού, επιχείρησε να κερδίσει τις αγορές με πιο ανταγωνιστικές τιμές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ