ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ζητείται πλαίσιο για την «οικονομία του διαμοιρασμού»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Η Airbnb, η αξία της οποίας αποτιμάται σε 30 δισ. δολάρια, έχει ισχυρή παρουσία στην Ελλάδα. Πέρυσι, 15.500 οικοδεσπότες νοίκιασαν τα ακίνητά τους μέσω της πλατφόρμας της, προσθέτοντας κατά μέσον όρο 2.900 ευρώ στο ετήσιο εισόδημά τους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Αμοργιανός Λευτέρης Καραΐσκος είναι αγρότης. Η σύζυγός του έχει ένα εμπορικό μαγαζί στα Κατάπολα. Την τελευταία διετία όμως ασχολείται και με κάτι άλλο: μισθώνει ακίνητα σε τουρίστες, τέσσερα στη Χώρα και ένα στα Κατάπολα, μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας Airbnb.

«Πριν τα νοικιάζαμε σε κατοίκους», λέει στην «Κ» ο κ. Καραΐσκος. «Πολλές φορές αργούσαμε να πληρωθούμε το νοίκι». Μετά έκανε έναρξη επιτηδεύματος, ασφαλιζόμενος στον ΟΓΑ (εκμεταλλευόμενος την εξαίρεση από τον ΟΑΕΕ για περιοχές κάτω των 2.000 κατοίκων) και έγινε με τον τρόπο του επιχειρηματίας του τουρισμού. Για την Airbnb έχει να πει τα καλύτερα. Δεν είναι απλώς ότι «βοηθάει να συμπληρωθεί το εισόδημα». Είναι «πολύ απλό και εύκολο» στη χρήση και του αρέσει ότι έρχεται σε επαφή με τον πελάτη και τον γνωρίζει από πριν. Αλλά και για τον επισκέπτη, εξηγεί, είναι κάτι διαφορετικό – βιώνει «λίγο από την εμπειρία τού να είσαι ντόπιος».

Η Airbnb και αντίστοιχες πλατφόρμες της «οικονομίας του διαμοιρασμού» (sharing economy) στον τουρισμό έχουν εξαπλωθεί ραγδαία στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η κατάρρευση των οικογενειακών εισοδημάτων και η συνεχής αύξηση των τουριστικών ροών έχουν συμβάλει ώστε το μέγεθος της συγκεκριμένης αγοράς να εκτιμάται, σύμφωνα με περυσινή μελέτη της Grant Thornton, στα 1,38-1,45 δισ. ευρώ (περίπου το 10% των συνολικών τουριστικών δαπανών στη χώρα). Ωστόσο η απουσία επαρκούς ρυθμιστικού πλαισίου για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα οδηγεί σε απώλεια εσόδων για το κράτος (260-276 εκατ. ευρώ ετησίως, σύμφωνα με την Grant Thornton) και ανησυχίες για αθέμιτο ανταγωνισμό και υποκατάσταση των πιστοποιημένων τουριστικών καταλυμάτων. Η κυβέρνηση είχε εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής φόρου βραχυχρόνιας διαμονής στο πλαίσιο της πρώτης αξιολόγησης, αλλά κρίθηκε ότι το ζήτημα έχρηζε περαιτέρω μελέτης. Εκτοτε, η νομοθετική ρύθμιση όλο έρχεται, αλλά ποτέ δεν καταφθάνει.

Στο επίκεντρο της αυτοπροβολής της Airbnb είναι ο μη επαγγελματίας του τουρισμού, ο ιδιοκτήτης που θέλει να εκμεταλλευτεί το σπίτι του ή το εξοχικό του για να αυξήσει το εισόδημά του. Ως εκ τούτου, όπως εξηγεί στην «Κ» η Σοφία Γκιούσου, υπεύθυνη δημόσιας πολιτικής του αμερικανικού κολοσσού, μια πιθανή διάταξη που περιορίζει τον αριθμό ακινήτων ανά οικοδεσπότη μπορεί να είναι θετική εξέλιξη. Ωστόσο, εκφράζει την ανησυχία της για την πρόταση περιορισμού των ημερών φιλοξενίας ανά έτος (με πιο πιθανό όριο τις 90 μέρες).

«Τα όρια ημερών είναι πιο κατάλληλα για πόλεις με περιορισμούς στη στέγαση των πολιτών, όπως το Παρίσι ή το Λονδίνο», σημειώνει η κ. Γκιούσου. «Μια τέτοια διάταξη είναι δύσκολο να επιβληθεί στην πράξη. Ακόμη πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι ένα χαμηλό όριο ημερών κάνει τη δραστηριότητα μη συμφέρουσα για αρκετούς. Με ένα μικρό σπίτι ή ένα σπίτι σε λιγότερο δημοφιλή προορισμό, ο οικοδεσπότης δεν κερδίζει τόσα ώστε να δικαιολογείται η ενασχόλησή του». Σύμφωνα με περυσινή μελέτη της Airbnb για την Αθήνα, το 73% των «οικοδεσποτών» της εταιρείας δεν είναι πλήρως απασχολούμενοι και το 68% δεν θα μπορούσε να μένει στα σπίτια του χωρίς το επιπλέον εισόδημα από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις.

Aν η Airbnb θέλει να αναδείξει περιπτώσεις σαν κι αυτές –μέλη του precariat που επιβιώνουν στην πόλη χάρη στην πλατφόρμα της–, οι εκπρόσωποι του παραδοσιακού τουριστικού κλάδου εστιάζουν στην άλλη πλευρά του νομίσματος: σε ιδιοκτήτες που εκμεταλλεύονται πολλαπλά ακίνητα, χωρίς τις γραφειοκρατικές δεσμεύσεις και τα φορολογικά βάρη των επαγγελματιών – και με διευρυμένες δυνατότητες φοροδιαφυγής.

«Είναι άλλο πράγμα ο απλός Ελληνας με το εξοχικό και άλλο ο επιχειρηματίας», λέει στην «Κ» ο Γιάννης Ρέτσος, α΄ αντιπρόεδρος του ΣΕΤΕ και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων. Χρειάζεται να ρυθμιστεί άμεσα η νέα αγορά, υπογραμμίζει, και να δημιουργηθεί μητρώο που θα διευκολύνει τους ελέγχους, ώστε όχι μόνο να αμβλυνθεί το «άδικο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» που απολαμβάνουν οι νέοι παίκτες, αλλά και να τεθούν όροι υγιεινής και ασφάλειας στα προς μίσθωση ακίνητα. «Αν γίνει ένα ατύχημα, πλήττεται η εικόνα της χώρας», τονίζει ο κ. Ρέτσος.

Υπενθυμίζεται, πάντως, ότι δεν είναι πλήρως απορρυθμισμένη η αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Με τον νόμο 4336/2015 και τις ερμηνευτικές εγκυκλίους που ακολούθησαν, δόθηκε η δυνατότητα βραχυχρόνιας μίσθωσης από μη επαγγελματίες, τα εισοδήματα από την οποία απαλλάσσονται από ΦΠΑ και φορολογούνται σαν εκμετάλλευση ακίνητης περιουσίας. Βασική προϋπόθεση, να μην παρέχονται στον ένοικο άλλες υπηρεσίες ξενοδοχειακού τύπου. Η μέγιστη διάρκεια εκμίσθωσης είναι οι 90 μέρες.

Πριν από τον νόμο 4336/2015, ακόμη και για μία μίσθωση λίγων ημερών, ο ιδιοκτήτης ήταν υποχρεωμένος να ιδρύσει επιχείρηση και να λάβει το ειδικό σήμα του ΕΟΤ. Το αποτέλεσμα ήταν πολλά τέτοια ακίνητα να μένουν ανεκμετάλλευτα ή να γίνονται μισθώσεις άτυπα, με το παραγόμενο εισόδημα να ανήκει στην γκρίζα οικονομία και να μη συμβάλλει στα φορολογικά έσοδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ