ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πώς ενδεχόμενη ένταξη στο QE της ΕΚΤ απομακρύνει την προοπτική 4ου μνημονίου

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αρρηκτα συνδεδεμένη με την προσπάθεια αποφυγής ενός τέταρτου δανειακού προγράμματος με τους αυστηρούς όρους ενός μνημονίου είναι η προοπτική ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Αυτός είναι ο πιο ουσιαστικός λόγος για τη σημασία που έχει η συμμετοχή της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, αφού θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για έξοδο στις αγορές, επιτρέποντας την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της γενικής κυβέρνησης χωρίς την προσφυγή σε νέο δανεισμό από τον επίσημο τομέα.

Σε αντίθετη περίπτωση, ακόμα και αν τα συμφωνηθέντα πρωτογενή πλεονάσματα επιτευχθούν, η δυνατότητα πλήρους κάλυψης των αναγκών για την αποπληρωμή τόκων και χρεολυσίων περιορίζεται σημαντικά, ενισχύοντας το ενδεχόμενο να απαιτηθεί η σύναψη ενός νέου δανείου μέχρι το τέλος του 2018. Θα πρόκειται ουσιαστικά για ένα νέο μνημόνιο, ενδεχομένως εξίσου αυστηρό με το υφιστάμενο, χωρίς να προσφέρει την ευελιξία που θα εξασφάλιζε μια πιο χαλαρή σχέση με τους πιστωτές, όπως π.χ. μια ανοιχτή πιστωτική γραμμή, αντίστοιχη με αυτή που σχεδιαζόταν το 2014, λίγο πριν από την προκήρυξη των πρόωρων εκλογών.

Ολες οι αναλύσεις συμφωνούν ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα θα αποτελέσει ένα σαφές μήνυμα ότι η χώρα βγαίνει από την καραντίνα και η οικονομική κατάσταση ομαλοποιείται. Η πρόβλεψη αυτή δεν εξαντλείται σε προσδοκίες. Οπως εξηγεί ο επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Eurobank, κ. Πλάτων Μονοκρούσος, «στον βαθμό που η εξέλιξη αυτή προϋποθέτει την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης που με τη σειρά της θα επιτρέψει στην ΕΚΤ να συντάξει τη δική της έκθεση βιωσιμότητας για το ελληνικό χρέος, όπως επισήμως έχει ανακοινώσει ο Μάριο Ντράγκι, θα λειτουργήσει ως έναυσμα για τοποθετήσεις σε ελληνικά ομόλογα από επενδυτικά funds». Αν και η αγορά, όπως σημειώνει ο κ. Μονοκρούσος, «δεν έχει ακόμα τιμολογήσει πλήρως το ενδεχόμενο ένταξης της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, η σταδιακή άνοδος των τιμών των ελληνικών κρατικών ομολόγων που παρατηρείται τις τελευταίες ημέρες, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως πρόθεση της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας να συμπεριλάβει την προοπτική αυτή στο κάδρο των επενδυτικών επιλογών της». Τα χαμηλά επιτόκια διεθνώς που δεν εξασφαλίζουν ικανοποιητικές αποδόσεις ευνοούν ανάλογες επενδυτικές κινήσεις και δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω αποκλιμάκωση των ελληνικών spreads, που την τελευταία εβδομάδα μειώθηκαν στις 758 μονάδες βάσης από 803.

Σημαντικές θα είναι και οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία και δη σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αφού η αποκλιμάκωση των ελληνικών spreads και η μείωση του κινδύνου χώρας (country risk) θα επιτρέψει στις ελληνικές επιχειρήσεις να δανειστούν ευκολότερα και φθηνότερα. Οι πρόσφατες ομολογιακές εκδόσεις μεγάλων εισηγμένων εταιρειών, όπως των ΕΛΠΕ που έχει απόδοση 4,87%, της Hοusemarket στο 4,93%, της Folie Folie με 6% και της Intralot με 6,43%, ενσωματώνουν σε μεγάλο βαθμό το ρίσκο χώρας και αν και δεν συγκρίνονται με τις αποδόσεις της ΔΕΗ ή της Wind που διαμορφώνονται ακόμη και στο 10%, απέχουν από το επιθυμητό επίπεδο κόστους χρήματος, που σε ευρωπαϊκό επίπεδο διαμορφώνεται μεταξύ 1,5% και 3%. Η ενεργότερη συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών στη διατραπεζική αγορά, ως αποτέλεσμα της ένταξης της Ελλάδος στην ποσοτική χαλάρωση, θα διευκόλυνε με τη σειρά της την άντληση ρευστότητας για τη χρηματοδότηση της οικονομίας. Πρόσφατη ανάλυση της Eurobank ανεβάζει το ύψος των ελληνικών ομολόγων που μπορούν να αγοραστούν από την ΕΚΤ στα 4,2 δισ. ευρώ σε όρους τρέχουσας αξίας. Οι τίτλοι αυτοί προέρχονται από τη δεξαμενή των επιλέξιμων τίτλων που έχουν στα χέρια τους οι ιδιώτες μετά το PSI, συνολικού ύψους περίπου 35 δισ. ευρώ, ενώ ένα μικρότερο ποσό λίγο πάνω από τα 10 δισ. ευρώ θα μπορούσε να προέλθει από τους τίτλους που αυτή τη στιγμή κατέχει το Ευρωσύστημα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ