ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: «Φοβάμαι ότι χάνουμε τη γλώσσα μας»

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: «Συνειδητοποιώ ότι σε όλη μου τη ζωή για ένα πράγμα παλεύω, τη φυσικότητα. Αυτή ήταν η θεά μου».

Η συνάντηση με την ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γίνεται με αφορμή την έκδοση του τελευταίου της βιβλίου με τίτλο «Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι», ένα εσωτερικό θεατρικό με πρωταγωνιστές εκείνη και τον εαυτό της, τον χρόνο, την ποίηση. Η συζήτησή μας ένα φωτεινό μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας κινείται γύρω από το τραπέζι όπου κάθεται, σκέφτεται, δημιουργεί η ποιήτρια, το μικρό της σύμπαν, και ξεκινάει με τον θάνατο του συζύγου της. Για κάθε πληροφορία χρονολογική η πιστή της βοηθός Ρομίνα, μέλος της οικογένειας πλέον, τη διορθώνει. «Οχι εφτά χρόνια, οχτώ έχει πεθάνει ο Ρόντνεϊ», λέει και της χαμογελά. Λίγο αργότερα, βεβαιωμένη ότι αφήνει την «Κατερίνα της» σε «καλά» χέρια αποσύρεται, και ένας δικός μας εσωτερικός διάλογος ξεκινάει.

– Ταλαιπωρήθηκε ο σύζυγος πριν πεθάνει;

– Ναι, πολύ. Μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία. Είχε καρκίνο στο συκώτι, διότι έπινε πολύ. Δεν σταμάτησε σχεδόν ποτέ να πίνει.

– Πώς γνωριστήκατε;

– Σε μια ταβέρνα, στη Λεύκα. Εκείνο το βράδυ ήμουν με την παρέα μου, ο Ρόντνεϊ δεν είχε θέση να καθίσει. Ενας από την παρέα τον γνώριζε και τον προσκάλεσε. Εκείνο το βράδυ ξεκινήσαμε μια συζήτηση περί γάμου, ήμασταν 24 χρόνων, και εγώ μόλις είχα αρχίσει να δημοσιεύω ποιήματα, να γίνομαι λίγο γνωστή και του είπα αυτό που έλεγα σε όλους, ότι δεν με ενδιαφέρει ο γάμος. Και τότε μου λέει, «εάν σε ζητούσα σε γάμο, τι θα έλεγες». Και του είπα, «πώς να πω όχι, αφού είσαι ακαταμάχητος». Αλλά εγώ έπαιζα. Εκείνος όμως σοβάρεψε και μου λέει, «μόλις μου είπες ναι».

– Ησασταν νέα, είχατε εμπειρίες;

– Πολλές. Ημουν ερωτικό ζώον. Αλλά με τον Ρόντνεϊ είχα το προαίσθημα ότι αυτός είναι για σύντροφος. Είχα και άλλους μεγάλους ερωτικούς δεσμούς, αλλά με αυτόν αισθάνθηκα την αίσθηση της ανθρώπινης σύνδεσης, πέρα από ηλικίες, χώρες κ.λπ. Γνώρισα πολλούς άνδρες στη ζωή μου που δεν είχαν ούτε το 1/4 των προσόντων του. Και αυτός παρέμενε τρομερά χαμηλών τόνων. Μέχρι ελαττωματικού σημείου. Αφού έλεγα ότι ήταν βιβλιοθηκάριος, αλλά ήταν και ο ίδιος βιβλιοθήκη ολόκληρη.

– Πώς αυτή η συντροφική σχέση δεν έφερε ένα παιδί;

– Είχα στη ζωή μου δύο αποβολές και μετά ήταν λίγο προχωρημένη η ηλικία και η ζημιά είχε γίνει. Θυμάμαι όταν είπε ο γιατρός μετά τη δεύτερη αποβολή ότι αποκλείεται να ξανασυλλάβω, τον ρώτησα, «σε πειράζει που δεν θα γίνεις πατέρας»; Και εκείνος σοφός, Βρετανός, απάντησε, «πώς είναι δυνατόν να θέλω κάτι που δεν έχω γνωρίσει»; Νομίζω όμως ότι ίσως να ήταν το καλύτερο και για τους δυο μας, και εκείνος είχε φόβο για τις ευθύνες.

– Πότε συνειδητοποιήσατε ότι η γέννα η δική σας είναι οι λέξεις;

– Ποτέ δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να μην είμαι συνδεδεμένη με τις λέξεις. Ηξερα λέξεις και δεν ήξερα να τις γράψω. Μια ζωή αυτό με κατατρύχει, είμαι ακόμα ανορθόγραφη. Αυτό το εξηγώ γιατί άρχισα τη ζωή μου με τρεις αλφαβήτους. Το ελληνικό, το λατινικό και το κυριλλικό.

– Εχετε δηλώσει ότι είχατε μια ιδανική σχέση με τους γονείς σας. Από πού πηγάζει η έλλειψη ως κίνητρο δημιουργίας;

– Είναι σαφές από πού πηγάζει η έλλειψη. Από την αναπηρία μου, γεννήθηκα και κόλλησα το μικρόβιο του σταφυλόκοκκου. Πάντα έλεγα ότι αν είχα γεννηθεί ένα χρόνο μετά, θα είχε εφευρεθεί η πενικιλίνη και με μία ένεση θα ήμουν εντάξει. Αυτό όμως το έλεγα πάντα με χιούμορ. Και οι δύο γονείς μου θα μπορούσαν να είναι παππούς και γιαγιά, άργησαν πολύ να με κάνουν, και τους έλεγα, αργήσατε που αργήσατε, δεν περιμένατε άλλον ένα χρόνο. Ηταν όμως ιδανικοί.

– Τι δεν ήταν ιδανικό;

– Μπαίνοντας στη ζωή πλήρωσα με τον σταφυλόκοκκο το εισιτήριο. Ενα αρκετά έντονο εισιτήριο. Από εκεί και πέρα μού πήγαν όλα δεξιά. Δεν είχα τίποτα το πληγωτικόν.

– Λέτε στο τελευταίο σας βιβλίο ότι ποτέ δεν ζηλέψατε το σώμα των φιλενάδων σας.

– Δεν ζήλευα γιατί είχα βγάλει τον εαυτό μου από τον κατάλογο. Οταν είσαι μια κανονική γυναίκα όμορφη αισθάνεσαι τον συναγωνισμό. Εγώ είχα τη δική μου μέθοδο. Νομίζω ότι επειδή είχα την αναπηρία, είχα βάλει άλλα συστήματα κατάκτησης. Δεν θυμάμαι ποτέ να πόθησα πρώτη έναν άνδρα. Αφηνα να με πλησιάσουν πρώτοι αυτοί, και αν μου άρεσε προχωρούσα. Δεν έκανα το πρώτο βήμα, αλλά στο δεύτερο ήμουν πολύ καλή. Ο,τι ερχόταν φυσικά. Συνειδητοποιώ ότι σε όλη μου τη ζωή για ένα πράγμα παλεύω, τη φυσικότητα. Αυτή ήταν η θεά μου.

– Γράφατε ποίηση μέσα στο πάθος ή όταν καταλάγιαζαν τα συναισθήματα;

– Αμέσως μετά. Το ζούσα πρώτα. Το είχα σχεδόν χρονομετρήσει. Κάθε δυο-τρία χρόνια μου ερχόταν ένα καινούργιο κύμα έμπνευσης, συνήθως ήταν ένα ερωτικό πρόσωπο που μου το είχε κινήσει. Αρχισε να σπανίζει, εκεί γύρω στα εξήντα μου χρόνια και μετά…

– Τι επιθυμούν οι άνδρες;

– Οι άνδρες με μένα συμπεριφέρονταν κάπως διαφορετικά. Ημουν άλλωστε λίγο διαφορετική γυναίκα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τους ξυπνούσα το ερωτικό ενδιαφέρον. Αυτό το έβλεπα έντονα. Οι άνδρες εκφράζονται πολύ λιγότερο από μας και είναι και πιο σωματικοί. Για μένα το σώμα ήταν η πηγή έμπνευσής μου. Κάπου έχω γράψει ότι το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων. Από εκεί ξεκινάνε όλα. Αν χειριστείς καλά αυτό που πραγματικά αισθάνεσαι, όχι αυτό που φαντάζεσαι ότι αισθάνεσαι, τότε θα σε ανταμείψει. Και δεν νομίζω ότι αυτό αφορά μόνο το δικό μου πληγωμένο σώμα. Νομίζω ότι είναι μια κοινή αλήθεια. Μόνο που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν λόγο να το συνειδητοποιήσουν, ή επικεντρώνονται στην ομορφιά. Εγώ όταν μιλώ για σώμα εννοώ και το μέσα μας.

– Εσείς πώς φερθήκατε στο σώμα σας;

– Το κακόμαθα. Το περιποιήθηκα. Για αυτό νομίζω ότι τώρα δεν πονάω. Εχω το πρόβλημα με το περπάτημα, αλλά τα σπλάχνα μου δεν πονάνε. Και η ανάσα μου κυλάει. Πρέπει να παίρνουμε σωστές ανάσες τη σωστή στιγμή. Αυτή είναι η γέννηση αυτή είναι και ο θάνατος.

– Ο σύζυγός σας ήταν φίλος και αυτές τις στιγμές;

– Ηταν κοντά μου και τότε. Δεν του έκρυβα τίποτα. Για αυτό σας είπα ότι ήταν ο ιδανικός σύντροφος. Στην κοινή μας ζωή είχε και εκείνος μια ερωτική ιστορία δική του. Δεν είπαμε ποτέ ψέματα ο ένας στον άλλον. Αλλά εκείνη τη δική του εγώ δεν την άντεχα. Ηταν Ολλανδέζα. Ηταν ψηλή και άγευστη και τον είχε κάνει παιχνιδάκι. Δεν κράτησε πολύ. Μάλλον εκείνος την άφησε.

– Κλυδωνιστήκατε κάποια στιγμή στη ζωή σας;

– Εφυγαν νωρίς οι γονείς μου. Και πλέον η απώλεια του Ρόντνεϊ. Μου λείπει όμως κάθε μέρα. Αυτό που φοβάμαι σε γενικότερο επίπεδο είναι ότι βλέπω ότι χάνουμε τη γλώσσα μας. Και το λέω εγώ που είμαι τρίγλωσση και μεταφράστρια. Και εάν χάσουμε τη γλώσσα μας, χάνουμε τη μάνα μας. Χάνουμε την ύπαρξή μας. Η μητέρα για μένα είναι η γλώσσα.

– Κλείνετε τους Μονολόγους σας με έναν πολύ αισιόδοξο τρόπο που κοιτά το μέλλον. Λέτε ότι το σημαντικό είναι να γεννηθεί το ποίημα και ας μείνει και στα συρτάρια…

– Είχα σκεφτεί να γράψω και άλλους μονολόγους. Αλλά σταμάτησα. Μπορεί μετά. Νιώθω ότι είναι όλα εντάξει. Το 76 είναι μεγάλη υπόθεση, σκέφτομαι σήμερα ότι το να φτάσει κάποιος στα 76 έτη είναι από μόνο του θαύμα.

​​Στις 14/11 παρουσιάζεται το νέο βιβλίο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στο Public Συντάγματος στις 9 μ.μ. Μαζί η Τίνα Μανδηλαρά και ο Κωνσταντίνος Τζούμας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ