ΚΟΣΜΟΣ

Το παρασκήνιο της υποψηφιότητας Φρ. Σταϊνμάγερ

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΠΕΡΣΗ

Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ (κέντρο), ο οποίος έχει χαρακτηρίσει τον Ντόναλντ Τραμπ «κήρυκα του μίσους», είναι ο επόμενος πρόεδρος της γερμανικής δημοκρατίας, μετά τη χθεσινή συμφωνία Χριστιανοδημοκρατών - Σοσιαλδημοκρατών. Η επιλογή Σταϊνμάγερ θεωρείται προπομπός της ανανέωσης του κυβερνητικού συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών - Σοσιαλδημοκρατών μετά τις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου. Ως αντικαταστάτης του Σταϊνμάγερ στο υπουργείο Εξωτερικών προαλείφεται ο Μάρτιν Σουλτς, του οποίου η θητεία στην προεδρία του Ευρωκοινοβουλίου λήγει στα τέλη του χρόνου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, είχε προεκλογικά χαρακτηρίσει τον Ντόναλντ Τραμπ «κήρυκα του μίσους», ενώ μετεκλογικά απέφυγε να τον συγχαρεί για την κατάκτηση της προεδρίας των ΗΠΑ. Η εγκατάλειψη της διπλωματικής γλώσσας στις σχέσεις με τον σημαντικότερο σύμμαχο της Γερμανίας δεν εμπόδισε χθες την αναγόρευση του Σταϊνμάγερ σε διακομματικό υποψήφιο για την προεδρία της Γερμανικής Δημοκρατίας.

Αντίστοιχα, σχόλια περί «απογοητευτικής» νίκης Τραμπ, από την πλευρά του προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, δεν επηρεάζουν τις διεργασίες πιθανής υπουργοποίησής του στη θέση του Σταϊνμάγερ. Η Γερμανία βρίσκεται στη δίνη της προεκλογικής περιόδου και όλες οι εξελίξεις, περιλαμβανομένων και των αντιδράσεων στις εκλογές των ΗΠΑ, υποτάσσονται στις προτεραιότητες επανεκλογής του κυβερνητικού συνασπισμού.

«Δίνουμε ένα σημάδι σταθερότητας», δήλωσε η Γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ ανακοινώνοντας τη συμφωνία των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών στο πρόσωπο του Σταϊνμάγερ. Στην τηλεδιάσκεψη, στην οποία η καγκελάριος ανακοίνωσε την απόφασή της στα στελέχη του κόμματός της, ο υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε φέρεται να δήλωσε ότι η πρόκειται για «ήττα». Το βέβαιο είναι ότι η επιλογή Σταϊνμάγερ, αντί π.χ. του Πράσινου, Βίνφριντ Κρέτσμαν, το όνομα του οποίου επίσης «έπαιζε», δίνει ένα σαφές σημάδι των προθέσεων της καγκελαρίου να ανανεώσει για ακόμη μία τετραετία την παρούσα σύνθεση του κυβερνητικού συνασπισμού. Απέναντι στις προκλήσεις από δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται «αντισυστημικές», όπως η AfD της Φράουκε Πέτρι, προβάλλει και πάλι ως λύση διακυβέρνησης μετά το φθινόπωρο του 2017 η αναζήτηση της ευρύτερης δυνατής κοινοβουλευτικής βάσης, αντί οριακών συνασπισμών με μικρότερες δυνάμεις.

Υπό αυτό το πρίσμα, η στάση της γερμανικής κυβέρνησης προς τον Τραμπ υποδηλώνει την επιθυμία να ξορκίσει τέτοιου είδους ρεύματα στο εσωτερικό της χώρας. Στο Βερολίνο δεν πέρασε απαρατήρητο ότι, σε ένα από τα λιγοστά προεκλογικά σχόλιά του για τα τεκταινόμενα στην Ευρώπη, ο Τραμπ είχε ουσιαστικά συνταχθεί με την Πέτρι, χαρακτηρίζοντας «παρανοϊκή» την πολιτική της Αγκελα Μέρκελ στο προσφυγικό. Η εκλογή του έγινε δεκτή με χαρά στις τάξεις της AfD, όπως εξάλλου και στις γραμμές του Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, η δημοτικότητα της οποίας συνιστά μεγαλύτερο πλήγμα στη γερμανική πολιτική απ’ ό,τι το Brexit.

Ομως, για αυτές τις πολιτικές δυνάμεις η εκλογή Τραμπ μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι. Η τροφή τους είναι η δυσαρέσκεια με τις ελίτ και η υπόσχεση ότι η αναδίπλωση στο εσωτερικό θα δώσει απαντήσεις. Από τον Ιανουάριο, όταν αναλάβει την προεδρία ο Τραμπ, ίσως η κοινή γνώμη έχει την ευκαιρία να διαπιστώσει πόσο απέχει η διακυβέρνηση από την προεκλογική ρητορική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ