Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Αντέχει η Μέρκελ να ακούσει τον Ομπάμα;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Επόμενος σταθμός του Μπαράκ Ομπάμα είναι το Βερολίνο, όπου χθες δείπνησε με την Αγκελα Μέρκελ με την οποία θα έχει σήμερα την τελευταία του επίσημη συνάντηση. Το θέμα είναι εάν, πέρα από τα πολλά που τους ενώνουν, θα συζητήσουν και το θέμα του ελληνικού χρέους, που τους χωρίζει. Αν ο κ. Ομπάμα επαναλάβει, στην πιο στενή του σύμμαχο και εταίρο του καθ’ όλη τη διάρκεια της οκταετίας του, το μήνυμα που εξέπεμψε στην Αθήνα για την ανάγκη ουσιαστικής ελάφρυνσής του.

Είναι βέβαιο ότι θα το κάνει. Οχι γιατί αγαπά τους Ελληνες, αλλά γιατί το πιστεύει, το υποστηρίζει σταθερά εδώ και χρόνια, και γιατί το ζήτημα είναι ευρύτερο. Υπερβαίνει την Ελλάδα. Αφορά και την Ιταλία, και την Ισπανία, και όχι μόνο. Το αν θα βρει ανταπόκριση, αυτό είναι άλλο θέμα. Στην Αθήνα ο πρόεδρος Ομπάμα επανέλαβε ότι η λιτότητα δεν μπορεί να δώσει λύσεις, και επικαλέσθηκε το παράδειγμα της δικής του αποτελεσματικής διαχείρισης της βαθιάς κρίσης που παρέλαβε όταν ανέλαβε την προεδρία των ΗΠΑ, το 2009. Παράλληλα, θα τονίσει στη Γερμανίδα καγκελάριο ότι τη στιγμή που η Γηραιά Ηπειρος βιώνει μια περίοδο αβεβαιότητας και ενισχύονται οι φυγόκεντρες δυνάμεις, αρχής γενομένης με το Brexit, πρέπει να αποφευχθούν εξελίξεις που θα συμβάλουν στην αποσταθεροποίηση της Ε. Ε., αν όχι στην αποσύνθεσή της.

Υπό αυτό το πρίσμα, και παρότι ο ίδιος ολοκληρώνει σύντομα τη θητεία του, θα ενθαρρύνει την κ. Μέρκελ να προβεί σε κινήσεις που θα διασφαλίζουν τη σταθερότητα της Ευρωζώνης και της Ευρώπης γενικότερα. Και μία από αυτές είναι μια συνολική προσέγγιση του «ελληνικού ζητήματος» που, σύμφωνα με το ΔΝΤ, αλλά και το σύνολο των οικονομικών αναλυτών, περιλαμβάνει μια «ουσιαστική ελάφρυνση» του χρέους.

Οι Γερμανοί, πρωτίστως ο Σόιμπλε, αλλά και άλλοι Ευρωπαίοι, κυρίως του Βορρά, δεν συγχωρούν στον Αλέξη Τσίπρα την συγκρουσιακή προσέγγιση του πρώτου εξαμήνου του 2015, και δεν θέλουν να τον «ανταμείψουν». Ταυτόχρονα, δεν εμπιστεύονται την Ελλάδα –και αυτό δεν περιορίζεται στη σημερινή κυβέρνηση, αφορά το σύνολο του ελληνικού πολιτικού κόσμου– και θεωρούν ότι εάν δεν συνεχίσουν να πιέζουν, και σπεύσουν να «προσφέρουν» ελάφρυνση του χρέους, το πολιτικό σύστημα της χώρας θα επαναπαυθεί, δεν θα εφαρμόσει τις δύσκολες αλλά αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και η ελληνική οικονομία θα εξακολουθήσει να μην είναι παραγωγική, με αποτέλεσμα σύντομα να χρειασθεί νέα χρηματοδότηση.

Αλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμη και ο εξαιρετικά υποστηρικτικός προς την Ελλάδα Μπαράκ Ομπάμα, παράλληλα με την ενθαρρυντική ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές της χώρας μας, επισήμανε μεν ότι θα παροτρύνει τους πιστωτές να μας στηρίξουν, και τους επενδυτές να εκμεταλλευθούν τις ευκαιρίες που προσφέρει η ελληνική οικονομία, αλλά έσπευσε να υπογραμμίσει ότι για να πετύχει η όλη προσπάθεια πρέπει να υλοποιηθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά της. Μόνο έτσι θα επιστρέψει η χώρα σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης.

Ο απερχόμενος Αμερικανός πρόεδρος θα απευθυνθεί στα ηγετικά ένστικτα της Μέρκελ και στον ρόλο που θα διαδραματίσει η Γερμανίδα καγκελάριος την «επόμενη ημέρα», καθώς της παραδίδει τρόπον τινά τη σκυτάλη της ηγεσίας της φιλελεύθερης Δύσης. Η Μέρκελ καλείται να διαχειρισθεί την επικράτηση Τραμπ στις ΗΠΑ, και τον εθνικισμό και τα φοβικά σύνδρομα πολιτικών όπως η Λεπέν, στην Ευρώπη. Για να το πετύχει πρέπει να κλείσει «εκκρεμότητες» που απειλούν την Ε.Ε., όπως είναι το ελληνικό χρέος.

Το ερώτημα είναι αν, δέκα μήνες πριν από τις δικές της εκλογές, αντέχει πολιτικά να το πράξει –η απάντηση είναι πως μάλλον όχι– και από την άλλη, αν η ελληνική κυβέρνηση θα τη «διευκολύνει» επιδεικνύοντας την απαιτούμενη σοβαρότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ