ΒΙΒΛΙΟ

«Τετράδιο» ενός ατίθασου κοριτσιού

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Τα θέματα της Ξένιας Κουναλάκη, μεταφεμινιστικά, μεταδημοκρατικά και κοσμοπολίτικα, και τα άρθρα της αντανακλούν την προσωπικότητά της στο έντυπο χαρτί, συχνά το γράψιμό της έχει κάτι το «δροσερά εφηβικό», ούτε οργισμένο ούτε επιφανειακό ούτε βαριεστημένο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ
Στις ταινίες κλαίω
στις πιο άσχετες στιγμές
εκδ. Πόλις, σελ. 264

Αυτό είναι ένα μάλλον απρόβλεπτο βιβλίο, καθώς προξενεί μια γόνιμη περιέργεια να το ξεφυλλίσεις, προαισθανόμενος την (παλιομοδίτικη) συγκίνηση που αιωρείται στον τίτλο. Και ασυνήθιστο, για τα ελληνικά δεδομένα, για δύο λόγους: πρώτον, διότι, αντίθετα από τους συγγραφείς, των οποίων τα ημερολόγια πάντα ενδιαφέρουν το καλλιεργημένο κοινό, οι δημοσιογράφοι στη συντριπτική πλειονότητά τους, εκ φύσεως επαγγέλματος, αποφεύγουν τις εξομολογήσεις.

Δεύτερον, γιατί στην εποχή της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας, το ιδιωτικό έχει αναπόδραστα ευτελιστεί, καθώς γίνεται δημόσιο χάρις στις διαδικτυακές πλατφόρμες, σε βαθμό γελοιότητας ή χυδαιότητας, με αποτέλεσμα κάθε εκμυστήρευση να απειλείται θανάσιμα από τον εγωκεντρισμό.

Ομως, η Ξένια Κουναλάκη εκπροσωπεί μια διαφορετική αντίληψη γραφής και μια «γενιά» (με επιφύλαξη ο όρος) δημοσιογράφων που ακολούθησε μετά την ανανέωση της δημόσιας γραφής, κάπου στη δεκαετία του ’80. Από τα πρώτα γραψίματά της στην εφημερίδα, ακόμα κι αν διαφωνούσες με κάποιες απόψεις της, διέκρινες έναν ανεπιτήδευτο αυθορμητισμό, μια φρεσκάδα, μια καλλιέπεια στο κείμενο, κι ίσως κάπου κάπου έναν υπόρρητο εγωκεντρισμό μέσα από μια αδιαπραγμάτευτη βεβαιότητα.

Τα θέματά της, μεταφεμινιστικά, μεταδημοκρατικά και κοσμοπολίτικα, και τα άρθρα της αντανακλούσαν την προσωπικότητά της στο έντυπο χαρτί, συχνά το γράψιμό της είχε κάτι το «δροσερά εφηβικό», ούτε οργισμένο ούτε επιφανειακό ούτε βαριεστημένο.

Η ίδια διατείνεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου πως «είναι ένα ημερολόγιο ή μια δημόσια ψυχανάλυση χωρίς ειρμό». Μπορεί να είναι κι έτσι. Στην ουσία, πρόκειται για μικρές στιγμές εξομολόγησης, σαν ενσταντανέ, σ’ ένα επιμελημένο κολάζ μνήμης, εικόνων κι εντυπώσεων, που σε κερδίζουν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, άλλες γιατί διακρίνονται από μια σχεδόν αφοπλιστική ειλικρίνεια, πότε μυθοπλαστική και πότε απομυθοποιητική, κι άλλες γιατί αναφέρονται σε «κοινούς τόπους» που αλλοιώθηκαν εκφυλιστικά στο «πέρασμα του χρόνου».

Οπως το DNA του «εσ.» (εσωτερικού) και τα στέκια του που ταλάνισαν τη νεότητά μας, καθώς έφερε «μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική» (Σαββόπουλος, «Μικρός, γαλάζιος ποντικός») στην ετερόκλητη κυβέρνηση –«υπάρχει μια πείνα στους ανθρώπους του Σύριζα για θέσεις και θώκους», επισημαίνει εύστοχα– ή η γερμανική σοσιαλδημοκρατία που πνέει πλέον τα λοίσθια, ανίκανη να κατανοήσει τη «μητρική-μητριαρχική» Αγκελα Μέρκελ. Κάπου ανάμεσα ξεχωρίζουν η ρουτίνα των μουσείων, που αρέσει στη συγγραφέα, οι συναντήσεις και συζητήσεις της με σημαντικούς σύγχρονους πολιτικούς (Σμιτ, Σόιμπλε, Σημίτης, για τον οποίο εξαρχής εκδήλωνε συμπάθεια), οι νεανικές και κοριτσίστικες φιλίες και οι έρωτές της, αρκεί να μην είναι ανορθόγραφοι (το «υπερμέγεθες αρκουδάκι» κι «ο άνδρας που τον έκαναν ευτυχισμένο τα περίπτερα» θα μπορούσαν να ήταν τίτλοι διηγήματος), το αίσθημα πληρότητας, ανάμεσα στους λογοτεχνικούς και τους πραγματικούς έρωτες, το κρεβάτι-σχεδία και η βιβλιοθήκη της ως υπόσχεση αιώνιας νεότητας.

Παράλληλα, η κοσμογραφία και τυπολογία του like αποκαλύπτεται σαν παιχνίδι αυτιστικό ανάμεσα σε μεγάλα, ανασφαλή παιδιά, ο Μπρους Λι και οι θεατρικές παραστάσεις εντός κι εκτός επικράτειας ακυρώνουν το «πολιτικά ορθό» της υψηλής τέχνης, οι ψυχικές μεταπτώσεις άλλοτε ακολουθούν κι άλλοτε συγκρούονται με τις κοινωνικές συνθήκες και συμβάσεις, η αθεΐα μπορεί να ανάβει ένα κεράκι σε κάποιο αιγαιοπελαγίτικο ξωκκλήσι για τη μικρή, μονάκριβη Μανού (κι η ίδια, μια μικρή, μονάκριβη κόρη είναι, για την πρόωρα χαμένη Αγγελική και τον πατέρα της), κι «η ζωή στην εφημερίδα» είναι τα μοναχικά απογεύματα της Παρασκευής, οι αμελητέες ειδήσεις, η εικόνα της Παναγίας πίσω από το μόνιτορ, η ελλείπουσα «επιθεώρηση εσωτερικής χρήσης» για όσα τυχόν ανομολόγητα συμβαίνουν στα δημοσιογραφικά γραφεία.

Το βιβλίο της Ξένιας Κουναλάκη μοιάζει με «τετράδιο εκθέσεων» ενός ατίθασου κοριτσιού, γραμμένο με το «ένστικτο καλής μαθήτριας» που διαβάζει στο πούλμαν, κυρίως όμως είναι οι εκμυστηρεύσεις, τρυφερές ή σκληρές, ανάμεσα στον αυτοσαρκασμό και την ανασφάλεια, μιας δημοσιογράφου που ωριμάζει με –και μέσα από– τα κείμενα, γιατί κι η ζωή ένα ανοιχτό κείμενο είναι. Ενηλικίωση και αποενοχοποίηση συνάμα – που ξενίζει γοητευτικά, σχεδόν σαγηνευτικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ