ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Μοναχικό προσκύνημα με το σώμα και την ψυχή

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Θα επιχειρήσω να σας πω πόσο καταπληκτική φαντάζει η Ελλάδα και οι Ελληνες στα μάτια ενός Αγγλου που έφθασε στην Ελλάδα για πρώτη φορά από τον Βορρά σε ηλικία 18 ετών». Τα ελληνικά του Βρετανού πρέσβη Τζον Κίτμερ φθάνουν στα αυτιά θωπευτικά, με άρθρωση δουλεμένη και με τονικότητες που προφυλάσσουν από τις πολυσύλλαβες λέξεις.

Ο Τζον Κίτμερ, «που μιλάει τα ελληνικά καλύτερα από πολλούς από εμάς», όπως είπε προχθές ο Αγγελος Δεληβορριάς καλωσορίζοντάς τον στο Μουσείο Μπενάκη, έδωσε ομιλία σε κλίμα συγκινησιακά φορτισμένου αποχαιρετισμού, καθώς σε λίγο ολοκληρώνεται η θητεία του ως πρεσβευτού της πατρίδας του στην Ελλάδα. Ωστόσο, η ομιλία με θέμα «Περπατώντας στην Ελλάδα: Τοπία / Αφηγήματα» ήταν, απλώς, η επιβεβαίωση ότι η σχέση με την Ελλάδα είναι ισόβια.

Δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς περισσότερο ποιητική ανάγνωση του ελληνικού τοπίου από αυτήν που προσέφερε ο Τζον Κίτμερ. Ομως η προσέγγιση στο ελληνικό τοπίο δεν είναι ρομαντική ως στόχευση, αλλά φιλοσοφική, με έμπνευση από την ιστορία των ιδεών, την κουλτούρα της φυσιολατρίας και την επιστήμη του τοπίου. «Το ελληνικό τοπίο προκαλεί αφήγημα», είπε σε μια αποστροφή ο Τζον Κίτμερ. «Στην Ελλάδα, οι θρύλοι και οι ιστορίες συσσωρεύονται...».

Αλλωστε, αυτή η «μεταφυσική» ιδιότητα της Ελλάδας είναι η πηγή και η αφετηρία. Είναι τρόπος να κατανοήσει κανείς το παλίμψηστο των βλεμμάτων και να ακολουθήσει τη σκέψη του Τζον Κίτμερ. Γιατί όσο θεωρητικός μπορεί να είναι στην ανατομία του ελληνικού τοπίου μέσω της νόησης και των αισθήσεων, άλλο τόσο πρακτικός είναι στη δομή του λόγου. Ο Τζον Κίτμερ, καθώς αναλύει τη σκέψη του, αγαπάει τα τρίπτυχα και τις τριλογίες. Οργανώνει την ιστορία των βλεμμάτων στο ελληνικό τοπίο πάνω στο τρίπτυχο του Λόρδου Βύρωνα, του Παυσανία και του Γιάννη Ρίτσου. Την κατάτμηση του ελληνικού τοπίου την έθεσε στην τριλογία Ηπειρος, Κοιλάδα του Αργους και Μονεμβασιά. Τα πλεονεκτήματα της πεζοπορίας τα ανέλυσε με βάση την τριαδική αλληλεπίδραση ρυθμού, προοπτικής και βάθους.

Πρέπει να περπατήσεις. Ο Τζον Κίτμερ το υπονοούσε διαρκώς. Το είπε και ανοικτά όταν αναφερόμενος στα στενά των Δερβενακίων (έπειτα από μια κορυφαία διασύνδεση ματιάς και εμπειρίας ανάμεσα στον Παυσανία και τον Δράμαλη) είπε «βγείτε από το αυτοκίνητο και περπατήστε. Αφήστε το τοπίο να σας αγκαλιάσει». Καθώς εξιστορούσε τις προσεγγίσεις του Παυσανία («το τοπίο γεμίζει μνημεία» χωρίς τη συμμετοχή του αφηγητή), του Βύρωνα («που αναζητεί την αφήγηση του τοπίου, μέσα από το προσκύνημα του Childe Harold, ποιητικού alter ego), του Ρίτσου («ιστορία με μυθοποιημένη εκδοχή του εαυτού»), σχημάτιζε ανεπαίσθητα αλλά ενεργά τη δική του σκιά ως ενός επιπλέον προσώπου που συναισθάνεται με παράλληλες τροχιές και εγκάρσιες τομές την κατανόηση της αφηγηματικής ικανότητας, ως ιδρυτικού μύθου του τοπίου.

Απαράμιλλες είναι οι περιγραφές της Ηπείρου από τον Τζον Κίτμερ (που ο Βύρων γνώρισε πριν από τις ανασκαφές στη Δωδώνη, πριν διαχυθεί η φιλολογία του μύθου της), της Κοιλάδας του Αργους, της Μονεμβασιάς, γενέτειρας του Ρίτσου. Εμπλέκονται πρόσωπα σε μια δίνη περιπατητικής και διανοητικής εξερεύνησης. Της ανακάλυψης του Ρίτσου (ο Τζον Κίτμερ εκπονεί διατριβή στο έργο του) είχε προηγηθεί η βρετανική κουλτούρα της πεζοπορίας ως μεθόδου ανακάλυψης του τόπου.

Στη Μονεμβασία ήθελε να φθάσει πεζή ο αρχαιολόγος Κέβιν Αντριους από τον Μυστρά, στον Ψηλορείτη περπάτησε η Dillys Powell, χήρα του αρχαιολόγου Χάμφρεϊ Πέιν, στην Ηπειρο περπάτησε ο ιστορικός Νίκολας Χάμοντ, στην Ελλάδα περπάτησε πάνω-κάτω στη δεκαετία του 1980 ο νεαρός Τζον Κίτμερ, στα βήματα του αρχαιολόγου δασκάλου Τζέραλντ Τόμσον.

«Είναι ένα μοναχικό προσκύνημα με το σώμα, το μυαλό και την ψυχή», είπε ο Τζον Κίτμερ. «Η Ελλάδα είναι μια χώρα υπέροχα μεταφυσική».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ