Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΠΑΝΟΣ ΚΑΜΜΕΝΟΣ: Από τα Ιμια του 1996 στα Ιμια του 2017

​​Ιανουάριος 1996. Σκαρφαλωμένος στα ορεινά, καβαλώντας σχεδόν το έδρανό του, ένας νεαρός βουλευτής έκραζε τον πρωθυπουργό. Πρωθυπουργός ήταν ο Σημίτης, που μόλις είχε ευχαριστήσει από το βήμα τους Αμερικανούς για την πυροσβεστική τους παρέμβαση στην κρίση των Ιμίων. Το ακατέργαστο πολιτικό ταλέντο στα ορεινά –που έμελλε να διαπρέψει χωρίς να χρειαστεί να υποστεί πολλή κατεργασία– ήταν ο Πάνος Καμμένος.

Ιανουάριος 1996 - Ιανουάριος 2017. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, αυτή ήταν η πιο ήρεμη εικοσαετία στην ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Hταν έτσι επειδή τέθηκαν μέσω Ευρώπης –κυρίως μέσω της στρατηγικής του Ελσίνκι– οι σταθερές που οδήγησαν σταδιακά τις σχέσεις με την Τουρκία σε μια μεταβαλκανική, σχεδόν δυτική κανονικότητα.

Δεν περίμενε κανείς το πρόσφατο θέατρο στο Αιγαίο για να ψυχανεμιστεί ότι αυτό το εθνικό κεκτημένο κλυδωνίζεται. Ούτε η Τουρκία ούτε η Ελλάδα είναι πια ίδιες. Στον περίπου μισό χρόνο που μεσολάβησε από την απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του, ο Ερντογάν μοιάζει να έχει γυρίσει την Τουρκία μισόν αιώνα πίσω. Στην Ελλάδα, την ιστορική μετατόπιση ενσαρκώνει πιο παραστατικά το πρόσωπο που προοριζόταν για τον δεύτερο ρόλο: Ο ελάσσων κυβερνητικός εταίρος.

Ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ δεν λειτουργεί μόνο στο πλαίσιο του συνεταιρισμού του με τον Τσίπρα. Δεν είναι πια χρήσιμος μόνον ως παρτενέρ για τις εγχώριες κυνομαχίες – όπως εκείνη της περασμένης Τετάρτης στη Βουλή. Ο Καμμένος εξάγει εαυτόν και στο διπλωματικό πεδίο.

Ορίζει ο υπουργός Aμυνας την εξωτερική πολιτική; Oχι ακριβώς. Ορίζει ένα κομμάτι από το διάχυτο, πολυκέφαλο εγχείρημα που λέγεται «εξωτερική πολιτική» υπό τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Το ορίζει όχι μόνο σκηνοθετικά με εναέρια μνημόσυνα ή με στρατιωτικές στολές. Το ορίζει κυρίως με πρωτοβουλίες αμιγώς «διπλωματικές». Με δηλώσεις, ταξίδια και χειρονομίες που εξαπλώνονται σε όλη την γκάμα των εξωτερικών σχέσεων – από το προσφυγικό μέχρι τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές. Διαπραγμάτευση που εσχάτως ο Καμμένος αναβάθμισε από «πολιτική» σε «γεωπολιτική» – εμπλέκοντας σε αυτήν και τις επαφές που επεδίωξε ο ίδιος με Aμερικανούς παράγοντες.

Κανονικά, θα έπρεπε κανείς να υποθέσει ότι αυτές οι πρωτοβουλίες δεν συνιστούν εκδηλώσεις μόνο του καμμενικού φρονήματος. Θα έπρεπε να υποθέσει ότι εκφράζουν και την κυβέρνηση. Oτι, ας πούμε, ο πρωθυπουργός, την ίδια στιγμή που προσφεύγει στη μεσιτεία της Μέρκελ έναντι του Ερντογάν, ενεργοποιεί ως διπλωματικό σαμποτέρ τον κυβερνητικό του εταίρο, που περιφρονεί ανοικτά το Βερολίνο και σπεύδει ο ίδιος –επιτόπου– να ρίξει ρίζες στην αυλή του Τραμπ.

Oποια κι αν είναι τα ελατήρια, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Η εξωτερική πολιτική των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ επιστρέφει σε ένα σκηνικό προ του 1996. Είτε από πρόθεση. Είτε από πλάνη. Είτε από σκέτη παρόρμηση.

ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ: Ηλιος, τσίπουρο και δραχμή

Η ​​ουτοπία του λαϊκισμού βρίσκεται στο παρελθόν. Βρίσκεται σε μια πατρίδα που κάποτε μεγαλουργούσε με τη μαλακή πλην τίμια δραχμή και μπορεί, όπως το λέει και το σύνθημα του αμερικανικού συρμού, να γίνει «μεγάλη ξανά».

Μια τέτοια πατρίδα έχει κατά νου και ο Νίκος Ξυδάκης. Πατρίδα ονειρική, που όμως δεν υπήρξε ποτέ όπως την περιγράφουν οι νοσταλγοί της, καταστρώνοντας εκ των υστέρων την ιστορία. Περιγράφουν –για να δανειστεί κανείς τον νεολογισμό του μακαρίτη Ζίγκμουντ Μπάουμαν– μια «ρετροτοπία» που προσφέρει το επινοημένο χθες σαν καταφύγιο. Σαν τη μήτρα στην οποία πρέπει να επιστρέψουμε για να λυτρωθούμε από τις ανασφάλειες του παρόντος.

Κήρυκας μιας ελληνικής ιδιαιτερότητας βγαλμένης από τη μήτρα της λαϊκής παράδοσης, ο Ξυδάκης υπερασπιζόταν με την αργκό του τεχνοκριτικού τις αξίες που ο πρωθυπουργός είχε υμνήσει σε απλή συριζαϊκή: τον ήλιο και το τσίπουρο, είχε πει, δεν μπορούν να μας τα πάρουν. Ακόμη και με δραχμή, με αυτά τα λίγα θα είμαστε ευτυχισμένοι. Μπορεί και πιο ευτυχισμένοι. Θα σμίγουμε σε ασβεστωμένες αυλές, που θα μοσχοβολάνε νεράντζι και γιασεμί, και θα τραγουδάμε αγκαλιασμένοι τον Αμάραντο.

Αν και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, ο Ξυδάκης δεν συστήνεται ως επαγγελματίας της πολιτικής. Η πρότασή του να συζητηθεί στη Βουλή η επιστροφή στη δραχμή ήταν, είπε, μια «πνευματική συζήτηση». Ο ίδιος νιώθει ως πνευματικός άνθρωπος που έστερξε να δανείσει τον εαυτό του στην πολιτική. Γι’ αυτό και δεν μπαίνει στον κόπο να υπολογίσει τις πολιτικές συνέπειες των λόγων του. Δεν ενδιαφέρεται αν η αναζωπύρωση του δραχμισμού ενθαρρύνει τους οπαδούς του Grexit στην Ευρώπη. Αν στέλνει μηνύματα κυβερνητικής ζάλης στις αγορές. Αν δηλητηριάζει το ήδη καταρρακωμένο οικονομικό κλίμα στο εσωτερικό.

Είναι εύκολο να χρεώσει κανείς την υποτροπή της νομισματικής ανασφάλειας μόνο στον εθνορομαντισμό του Ξυδάκη. Είναι ακόμη πιο εύκολο να ταξινομήσει τον πρώην υπουργό ως ένα περιφερειακό στέλεχος που, μετά την αποπομπή του από το κυβερνητικό σχήμα, νιώθει ελεύθερο να σερβίρει ξαναζεσταμένη λίγη γλυκιά αυταπάτη.

Ομως, ο Ξυδάκης δεν είναι απλώς ένα λυτό στόμα, που μιλάει εκτός γραμμής. Είναι προϊόν της αβεβαιότητας που προκαλεί η ίδια η αδυναμία της κυβέρνησης να υπηρετήσει τη γραμμή της.

Οχι, ο Τσίπρας δεν ψάχνει πια, όπως το 2015, «άλλα λιμάνια» εκτός Ευρωζώνης. Εψαξε τότε και συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε –όπως δεν θα μπορούσε καμία δημοκρατική κυβέρνηση– να κόψει την άγκυρα της Ελλάδας στην Ευρώπη. Συμβιβάστηκε, αλλά ούτε ο ίδιος ούτε το κόμμα του είχαν τον τρόπο να αφομοιώσουν τους λόγους που καθιστούσαν ιστορικώς αναγκαίο τον συμβιβασμό.

Ο Ξυδάκης είναι προϊόν αυτού του κόμματος. Ενός κόμματος που δεν θέλει το Grexit. Αλλά και δεν ξέρει πώς να το αποφύγει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ