ΕΛΛΑΔΑ

Χατζιδάκις εναντίον «Αυριανής»

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Χαμερπής ομοφυλόφιλος. Κνώδαλο. Σκουληκιασμένο τομάρι. Κάθαρμα. Εκμαυλιστής. Απόβρασμα.

Οχι, το απάνθισμα δεν προέρχεται από άλλον ένα δημόσιο καβγά στο Facebook. Μπορεί να έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που οι ειδικοί στα νέα media έχουν ορίσει ως shitstorm. Αλλά είναι πολύ αρχαϊκό shitstorm. Προέρχεται από την τόσο μακρινή και τόσο κοντινή δεκαετία του ’80.

Η «πλατφόρμα» της διαπόμπευσης ήταν η εφημερίδα «Αυριανή». Και ο στόχος ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Στην αντιπαράθεση του συνθέτη με την εφημερίδα, που με διακυμάνσεις κράτησε σχεδόν όλο το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, εντοπίζεται όχι μόνο το είδος του λόγου που σήμερα έχουμε την τάση να ταυτίζουμε με την ψηφιακή δημόσια σφαίρα. Συναντώνται και τα βασικά ρεύματα που εξακολουθούν να διατρέχουν την ελληνική κοινωνία. Με μια δόση ηθελημένου αναχρονισμού, θα μπορούσε κανείς να πει ότι στη σύγκρουση Χατζιδάκι - «Αυριανής», η μία πλευρά εκπροσωπούσε την εξωστρεφή, ευρωπαϊκή Ελλάδα, που από τους αντιπάλους της αναθεματίζεται ως «συντηρητική ελίτ». Και η άλλη πλευρά εκπροσωπούσε αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν εθνολαϊκισμός, στην πιο επιθετική εκδοχή του. Στην εκδοχή που θα αξιωνόταν χωριστό λήμμα στο λεξικό της εγχώριας πολιτικής ιστορίας: Αυριανισμός.

Στο στόχαστρο της εφημερίδας δεν είχε βρεθεί μόνο ο Χατζιδάκις. Είχε βρεθεί ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης που είχε συκοφαντηθεί με πρωτοσέλιδη «φωτογραφία» ως συνεργάτης των ναζί. Είχε βρεθεί και ο Μίκης Θεοδωράκης, που επιχειρήθηκε να στιγματιστεί ως μέλος της ΕΟΝ του Μεταξά στην εφηβεία του. Είχε στο τέλος βρεθεί ακόμη και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, διά της συζύγου του, όταν το 1995 η εφημερίδα δημοσίευε καθημερινά φωτογραφίες από την ιδιωτική της ζωή.

Από το «Τέταρτο»

Ενεργός πολίτης, που ποτέ δεν έδειχνε ιδιαίτερη φροντίδα στη λείανση των διατυπώσεών του, ο Χατζιδάκις είχε αρθρογραφήσει το 1985 στο περιοδικό «Τέταρτο» κατά της «Αυριανής». Ζητούσε τότε από τον Ανδρέα Παπανδρέου να κόψει τον λώρο που τον συνέδεε με την εφημερίδα. Η «Αυριανή» αντεπιτέθηκε, προσπαθώντας να παρουσιάσει τον συνθέτη ως «κλέφτη φόρων» που υποτίθεται ότι διαπραγματευόταν με τη χούντα τον διακανονισμό ενός χρέους 3 εκατομμυρίων δραχμών προς την εφορία. Ο Χατζιδάκις απάντησε με αγωγή.

Ο πόλεμος κορυφώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1987, από τη σκηνή μιας συναυλίας στο Καλλιμάρμαρο, που είχε οργανώσει ο Δήμος Αθηναίων, με τη συμμετοχή του Σταύρου Ξαρχάκου και της Νάνας Μούσχουρη. Σε ένα διάλειμμα της συναυλίας, ο Χατζιδάκις πήρε το μικρόφωνο: «Για μένα προσωπικά η αποψινή συναυλία έχει έναν άλλο σκοπό, ιερό», είπε. «Να καταγγείλω δημόσια την ανενδοίαστη ύπαρξη και κυκλοφορία της πιο βρωμερής, φασιστικής φυλλάδας που γνώρισε ο τόπος, της “Αυριανής”. Της φυλλάδας που μολύνει τον ελλαδικό χώρο με αναίδεια, χυδαιότητα, τραμπουκισμό και κολακεία συμπολιτών μας χαμηλής νοημοσύνης».

Από την ηχογράφηση μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι το στάδιο «έβραζε». Οι κραυγές του πλήθους αναγκάζουν τον ομιλητή σε μεγάλες παύσεις. Η φράση που προκάλεσε τη θύελλα ήρθε στο τέλος. «Η “Αυριανή”», φώναζε ο Χατζιδάκις, «πρέπει να κλείσει».

Η απάντηση της εφημερίδας στο φύλλο της μεθεπόμενης ημέρας ήταν λίγο-πολύ προβλέψιμη. Ο συντάκτης ενημέρωνε ότι «χθες εμφανίσθηκε ένας χαμερπής ομοφυλόφιλος, να σε αποκαλέσει, φίλε αναγνώστη, φασίστα! Μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους και με μια εμπάθεια που διακρίνει τους παθητικούς ανώμαλους, εδήλωσε ότι η εφημερίδα που διαβάζεις είναι φασιστική και συνεπώς εσύ, ο αναγνώστης, φασίστας!». Και με τον ίδιο οίστρο συνέχιζε: «Ποιος έδωσε το δικαίωμα στον απαίσιο εκμαυλιστή νέων, που ακούει στα ονόματα Μάνια, Μανωλία, Μινού Χατζηδού, ποιος επέτρεψε σ’ αυτό το απόβρασμα να παίρνει το μικρόφωνο στα χέρια του...». Το άρθρο τελείωνε με την έκκληση «να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από το ηθικό ΑIDS αυτού του βρωμερού υποκειμένου».

Οι απολογητές

Στο ίδιο φύλλο, η «Αυριανή» φιλοξενούσε και τις δηλώσεις συμπαράστασης που εξασφάλισε από πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα. Ανάμεσα στα πολλά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με την εφημερίδα συντασσόταν και η Μελίνα Μερκούρη («Δεν είναι δυνατόν στις μέρες μας να βγαίνει κάποιος και να καταφέρεται ενάντια στην ελευθεροτυπία»), ενώ στις ίδιες στήλες φιλοξενούνταν και δηλώσεις στελεχών της Αριστεράς, όπως του Μανόλη Γλέζου («Ο συμπαθής πολιτιστικός κύκλος που κινείται γύρω από τον Καραμανλή έχασε την ψυχραιμία του») και του, προέδρου τότε του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Φώτη Κουβέλη («Το αίτημα είναι η ελευθεροτυπία και η διαρκής διεκδίκηση της δεοντολογίας που υπηρετεί το ευρύτερο δημοκρατικό συμφέρον...»).

Βεβαίως, εκτενή δήλωση είχε κάνει και ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. «Ο Χατζιδάκις», κατέληγε, «προσφέρει κακές υπηρεσίες στη δημοκρατία και προσβάλλει τους αναγνώστες της εφημερίδας».

Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε. Η «Αυριανή» έκανε αγωγή στον συνθέτη. Κι εκείνος δεν έπαψε να μιλάει για το «σοσιαλίζον ερπετό με τη μορφή εφημερίδας», τον «αυριανοτομπρισμό», και τους «Λεπέν που φορούν τα ρούχα της Ρόζας Λούξεμπουργκ».

Είναι μεγάλος ο πειρασμός να αναρωτηθεί κανείς σήμερα: Τελικά; Ποια από τα δύο ρεύματα επικράτησε; Ακριβώς τριάντα χρόνια μετά, η ερώτηση ακούγεται απλοϊκή. Υπάρχουν όμως ορισμένα ίχνη. Η «Αυριανή» επιζεί. Οχι μόνο επειδή η εκδοτική της κουλτούρα είναι ακόμη ενεργός στον Τύπο, υπό άλλον τίτλο. Αλλά επειδή ο αυριανισμός δείχνει να έχει εξαπλωθεί ως κοινή γλώσσα στα νέα Μέσα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ