ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Η Αθήνα του Ανταμ Σίμτσικ

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Από το ερχόμενο Σάββατο και έως τις 16 Ιουλίου η Αθήνα θα είναι η πρωτεύουσα της διεθνούς εικαστικής δημιουργίας. Δημόσιοι χώροι και ιδρύματα της πόλης υποδέχονται την documenta 14 και μαζί εκατοντάδες έργα τέχνης Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών και χιλιάδες επισκέπτες. Η ιδέα ανήκει στον καλλιτεχνικό διευθυντή της διοργάνωσης Ανταμ Σίμτσικ (φωτογραφία), ο οποίος πρότεινε, για πρώτη φορά στην 62χρονη διαδρομή του ιστορικού θεσμού, άρρηκτα συνδεδεμένου με τη γερμανική πόλη Κάσελ, να συμπεριλάβει και την Αθήνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε μία εβδομάδα από σήμερα, το ερχόμενο Σάββατο δηλαδή, θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται η σύλληψη του Ανταμ Σίμτσικ για την documenta 14 στην Αθήνα, σε περίπου 40 κλειστούς και υπαίθριους χώρους της πρωτεύουσας. Τη στιγμή όμως που καταγράφουμε, ο 47χρονος πολωνικής καταγωγής καλλιτεχνικός διευθυντής της documenta 14, ο οποίος θεωρείται εκ των κορυφαίων curators της σύγχρονης τέχνης στον κόσμο, είναι αποκαμωμένος από μια πυκνή ημέρα συναντήσεων και συνεντεύξεων στο Κάσελ (την «πατρίδα» αυτής της σπουδαίας, διεθνούς, καλλιτεχνικής διοργάνωσης) και έχει βυθιστεί σε μια πολυθρόνα, έχοντας απέναντί του τέσσερις Ελληνίδες δημοσιογράφους και τρεις στενούς συνεργάτες του. Είναι αρχές Μαρτίου και έχει μόλις ανακοινώσει τη συνεργασία του με το ΕΜΣΤ και τη διευθύντριά του Κατερίνα Κοσκινά. Η συζήτηση για το κομβικό ερώτημα «ανοίγει ή δεν ανοίγει το ΕΜΣΤ» στην Αθήνα, αφού στο μουσείο Fridericianum του Κάσελ θα εκτεθεί ένα μέρος της συλλογής του (200 έργα), για πρώτη φορά, τον Ιούνιο, είναι κεντρικό θέμα και ο ίδιος είναι απολύτως σαφής: «Πρέπει να αποφασίσει το κράτος αν θέλει ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ή όχι, αλλιώς δεν έχει νόημα να το κουβεντιάζουμε μεταξύ μας». Κοσμοπολίτης, οξυδερκής, απαντάει στις ερωτήσεις με έναν τρόπο που δηλώνει ότι έχει κατανοήσει πολύ περισσότερα για την ελληνική (ίσως και την ανθρώπινη) συνθήκη από αυτά που αφήνει να διαφανούν.

«Προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει και πόσο μακριά μπορούμε να πάμε με αυτήν την έκθεση, ώστε να μη δημιουργήσουμε την εντύπωση ότι κάνουμε επίδειξη πολυτέλειας και υπερβολικών φιλοδοξιών στο ύφος κάποιων άλλων μεγάλων εικαστικών γεγονότων που γίνονται πότε πότε στην Ελλάδα. Εχεις ένα αίσθημα ενοχής και καθήκοντος να κάνεις κάτι μόνο και μόνο επειδή νιώθεις την ανάγκη να βελτιωθεί η κατάσταση. Πώς όμως να βελτιωθεί; Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι ό,τι υπαγορεύει η δική σου πραγματικότητα. Ισως είναι καλύτερα, μάλιστα, να δουλεύεις μόνον πάνω στο πεδίο που έχεις ειδικευθεί και για μένα είναι η σύγχρονη τέχνη». Στην παρατήρηση ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Δράσεων (προάγγελος της documenta 14) στο Πάρκο Ελευθερίας είχε χαρακτήρα διδασκαλίας της Ιστορίας και ίσως ενός πειράματος ακραίας αριστερής σχέσης με την πραγματικότητα της Αθήνας της κρίσης (δική μας η σκέψη), ο Σίμτσικ απαντά: «Μπορεί να έχετε και δίκιο. Ισως όμως ζητάτε πολλά. Δεν είναι εύκολο να παραγάγεις μια κυρίαρχη αφήγηση, που να απευθύνεται σε όλους. Ούτε οι πολιτικοί δεν μπορούν να την επιτύχουν... Ισως στο Πρόγραμμα Δημοσίων Δράσεων να υπερτονίσαμε το περιεχόμενο που αφορούσε την περίοδο της χούντας στην Ελλάδα. Ισως, πάλι, να ήταν για όλους εμάς ένα είδος εξορκισμού. Προσωπικά έμαθα πολλά για την ελληνική Ιστορία των τελευταίων 50 χρόνων, περισσότερα από τα βιβλία που διάβασα. Επιπλέον, μην ξεχνάτε ότι μιλούσαμε από την πλευρά του ξένου που παρατηρεί τα πράγματα στην Ελλάδα. Στη χώρα σας ο καθένας είναι πολιτικός. Ολοι αναφέρονται στην Ιστορία και ενδιαφέρονται για την πολιτική. Αυτά τα τρία χρόνια προετοιμασίας της documenta 14 συζήτησα με πολύ κόσμο, από καθηγητές πανεπιστημίων έως τον ταμία σε ένα επαρχιακό σούπερ μάρκετ. Δεν ασχοληθήκαμε με μια πλευρά, θέλοντας να απορρίψουμε την άλλη. Δεν υπογράψαμε υπέρ κάποιας πολιτικής άποψης, πέρα από το ότι πιστεύουμε πως η αντιδραστική πολιτική πρέπει να σταματήσει».

Ο Σίμτσικ υποστήριζε εξαρχής ότι η Ελλάδα είναι «ένα πεδίο πειραματισμού των ξένων». Σήμερα, χωρίς να εγκαταλείπει την άποψή του αυτή, αναγνωρίζει «ένα συνδυασμό καταστάσεων». «Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί αλλού τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα και κάποια μέτρα πετύχαιναν», λέει. Αντιλαμβάνεται όμως πλέον ότι «υπάρχουν πολλοί παράγοντες που εντείνουν την εσωτερική αδυναμία στις δομές του κράτους: γραφειοκρατία, διαφθορά, έλλειψη ισχυρής συνείδησης ευθύνης του πολίτη, έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στο κράτος, πελατειακές σχέσεις, νεποτισμός». Για τον Ανταμ Σίμτσικ, πάντως, υπάρχει μια τουλάχιστον διαπίστωση η οποία παραμένει αμετάβλητη: «Οι άνθρωποι που πληρώνουν για την κρίση δεν είναι αυτοί που την προκάλεσαν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ