Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Είναι η Θεσσαλονίκη «ερωτική πόλη»;

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

«Θα είμαι μόνο για μία μέρα στην πόλη και μετά φεύγω», είπε και συναντηθήκαμε στην Καμάρα, τον αιώνιο τόπο των θεσσαλονικιώτικων ραντεβού. Κατηφορίσαμε προς τη Δημητρίου Γούναρη αφήνοντας πίσω τη Ροτόντα, ένα από τα ελάχιστα μνημεία όπου μπολιάζονται τα ρωμαϊκά, οθωμανικά και βυζαντινά ίχνη της πόλης. Στην πλατεία Ναβαρίνου είδαμε μουσικούς του δρόμου και ετερόκλητες παρέες στα πέτρινα πεζούλια γύρω από τα Ανάκτορα του Γαλέριου. Παλιοί ροκάδες, πανκιά, σκέιτερ, μεγάλες παρέες πρωτοετών φοιτητών που αργότερα θα σπάσουν σε ζευγάρια, θα μαλώσουν, θα χωρίσουν και θα βρεθούν ξανά μετά από χρόνια, και ανάμεσά τους οι ανθρώπινες σκιές της πλατείας να ταξιδεύουν σε έναν δικό τους χωροχρόνο. Για να κάνω εντύπωση, της είχα πει με τη βεβαιότητα της φαντασίας μου ότι οι «Τρύπες» έπαιζαν εκεί όταν κατέβαιναν από τη Νεάπολη, πριν γίνουν ακόμη γνωστοί, και ότι είχα μια μακρινή συγγένεια με τον τραγουδιστή από «Τα μωρά στη φωτιά», που όμως ήταν αλήθεια.

Φυσικά και με ενδιέφερε η ποίηση, επεσήμανα, και θυμήθηκα στίχους του Ντίνου Χριστιανόπουλου και του Μάρκου Μέσκου που είχα διαβάσει στο «Εντευκτήριο». Δεν έμοιαζαν σε τίποτα μεταξύ τους βέβαια, αλλά η Θεσσαλονίκη ήθελα να πιστεύω πάντα ότι εκτιμούσε την ποίηση και τις δυνάμεις που δρουν στα «υπόγεια εργαστήρια».

Δεν κατεβήκαμε στην Τσιμισκή, προτίμησα να στρίψουμε αριστερά στην Αλεξάνδρου Σβώλου, για να δει το απογευματινό φως να λούζει την πλατεία Αγίας Σοφίας. Γέλασε με τους αστικούς θρύλους που συνοδεύουν το «Κόκκινο Σπίτι», ένα υπέροχο διατηρητέο του 1926 και σημείο συνάντησης της παλιάς Θεσσαλονίκης, και κάναμε μια στάση για καφέ στη μικρή Γαζία, με ένα μικρό γκρουπάκι να παίζει έξω ένα παραπονιάρικο μπλουζ. Της άρεσε η αρχιτεκτονική και άρχισα τις ιστορίες για την πυρκαγιά του ’17 και τα σχέδια του Εμπράρ, για την ανοικοδόμηση που θα γέμιζε την πόλη αέρα και φως, αλλά έμεινε στη μέση, για τη συνοικία των Εξοχών με τις μεγαλοπρεπείς επαύλεις και τη μικρή συνοικία της οδού Σιθωνίας με τα διώροφα του ’60, ενώ από τις Εβραϊκές συνοικίες πήγαμε στις ιστορίες που ακόμη στοιχειώνουν το παρελθόν της πόλης και το αφήσαμε εκεί. Το μπλουζ άλλαξε σε κάτι πιο ζωντανό και κατεβήκαμε την Καρόλου Ντηλ, για να βγούμε στη Νέα Παραλία.

Ζούσε μακριά από τη θάλασσα και το βλέμμα της χάθηκε στον γαλάζιο ορίζοντα. Απορήσαμε και οι δύο με την επιμονή της πόλης τα προηγούμενα χρόνια να αποστρέφει το βλέμμα της από το μοναδικό στοιχείο που την κάνει ξεχωριστή. Είχαμε γνωριστεί σε μια βαρετή δεξίωση με μπουφέ. Μπροστά από τους δίσκους των γλυκών, εκείνη είχε πάρει κατά λάθος ένα τεράστιο πιάτο φαγητού και γέλασε μόλις με είδε να κρατάω ένα μικρότερο. Είχα χρόνια να τη δω. 

- Οπότε, αυτή η ιστορία κάνει τη Θεσσαλονίκη ερωτική πόλη;

- Οχι, αυτό είναι ένα κλισέ. Και η πόλη έχει υποφέρει από τέτοια στερεότυπα. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ