Το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης δεν διαφέρει από τα περισσότερα αεροδρόμια της χώρας: μικρό, χωρίς κάποια αισθητική ή αρχιτεκτονική ταυτότητα, σε κάθε περίπτωση κατώτερο των περιστάσεων. Αυτό πρόκειται να αλλάξει μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια, όταν η Fraport Greece, η θυγατρική εταιρεία που δημιούργησε ο γερμανικός κολοσσός για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη 14 ελληνικών περιφερειακών αεροδρομίων, θα υλοποιήσει το επενδυτικό της πρόγραμμα, συνολικού ύψους 400 εκατομμυρίων ευρώ. Σχεδόν το ένα τέταρτο του προγράμματος (95 εκατ.) προορίζεται για τη Θεσσαλονίκη, όπου και προβλέπεται η κατασκευή νέου τερματικού σταθμού. Το κτίριο του σημερινού αεροδρομίου θα συνεχίσει να λειτουργεί (προφανώς αναβαθμισμένο, ύστερα από τις εργασίες που θα εκτελεστούν και εκεί), θα συνυπάρχει με το νέο terminal και θα συνδέεται μαζί του με δύο κλειστούς διαδρόμους-γέφυρες, πριν από τον έλεγχο επιβίβασης και αμέσως μετά τον έλεγχο. 

Η φιλοδοξία των Γερμανών επενδυτών ήταν ο νέος τερματικός σταθμός του αεροδρομίου «Μακεδονία» να έχει μια διακριτή αρχιτεκτονική ταυτότητα που θα εγγράφει και το πέρασμα στη «νέα εποχή». Σε αυτό το πλαίσιο ανέθεσαν τον σχεδιασμό του σε ένα από τα πιο δραστήρια αρχιτεκτονικά γραφεία της Αθήνας (Bobotis Architects), γνωστό για τις ιδιαίτερα «δυναμικές» φόρμες. Οι αρχιτέκτονες Θεοφάνης και Λουκάς Μπομπότης επέλεξαν μια λιτή, γεωμετρική σύνθεση που αναπτύσσεται δυτικά του υπάρχοντος αεροσταθμού, με βασικά σημεία αναφοράς το διακριτό υαλοπέτασμα με διαγώνιο σκελετό και τους πρισματικούς όγκους που φιλοξενούν τις σκάλες των εξόδων προς επιβίβαση, καθώς και την αντίστοιχη πρισματική μορφή των κλειστών διαδρόμων-γεφυρών που συνδέουν τα δύο κτίρια. Το υαλοπέτασμα δεν έχει διακοσμητικό χαρακτήρα, αλλά «ελέγχει» την ηλιακή ακτινοβολία, όσο για την «τεθλασμένη» υπό γωνία ανάπτυξη του κτιρίου, επιλέχθηκε για να είναι εφικτή μελλοντικά η επέκτασή του. Νέος ρόλος επιφυλάσσεται για τον πύργο ελέγχου, ο οποίος στη νέα εποχή του αεροδρομίου θα λειτουργεί ως ένα ουδέτερο στοιχείο αρμονικής σύνδεσης των δύο κτιρίων. 

«Το εξωτερικό κέλυφος του υπάρχοντος κτιρίου διατυπώνει μια ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική άποψη που εκφράζει αξιοπρεπώς τις προηγούμενες δεκαετίες», λένε στο «Κ» οι δύο αρχιτέκτονες. «Το νέο κτίριο που σχεδιάσαμε θέλουμε να αποτυπώνει εξίσου την εποχή του και αποδεσμεύεται ευδιάκριτα από την αρχιτεκτονική έκφραση του σημερινού αεροσταθμού».

O νέος τερματικός σταθμός θα είναι μεγαλύτερος σε σύγκριση με τον σημερινό (31.000 τ.μ. έναντι 26.500 τ.μ.) και θα φιλοξενεί, όταν τεθεί σε λειτουργία, τον κεντρικό χώρο ελέγχου επιβίβασης και την κυρίως εμπορική ζώνη. Πέρα από τις αυτονόητες αρχιτεκτονικές φιλοδοξίες, ο ανασχεδιασμός του υπάρχοντος και ο σχεδιασμός του νέου κτιρίου ανταποκρίνονται στα σύγχρονα λειτουργικά στάνταρντς σχεδιασμού αεροδρομίων, ώστε να υπηρετούν και τον βασικό στόχο του συνολικού πρότζεκτ της Fraport, που είναι η ποιοτική αναβάθμιση της ταξιδιωτικής εμπειρίας για τους επιβάτες. Αυτό μεταφράζεται σε μείωση του χρόνου ελέγχου, στη δημιουργία άνετων χώρων αναμονής στις εξόδους, στην ανάπτυξη μιας ελκυστικής εμπορικής διαδρομής με τους χώρους εστίασης, που σε συνδυασμό με τον γενικότερο εσωτερικό σχεδιασμό και τον κατάλληλο φωτισμό δημιουργούν ένα πολύ πιο σύγχρονο περιβάλλον αεροδρομίου.

Οι εργασίες για το νέο κτίριο αναμένεται να αρχίσουν μέχρι το τέλος του χρόνου και να έχουν ολοκληρωθεί το αργότερο μέχρι τις αρχές του 2021. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ