ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι κάλπες στη Γαλλία φοβίζουν τις αγορές

ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αναγνωρίζοντας πως «ένα μεγάλο ερώτημα» κρέμεται πάνω από την Ευρωζώνη εξαιτίας των γαλλικών προεδρικών εκλογών, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ εξέφρασε τον προβληματισμό της για το μέλλον της γαλλικής οικονομίας μετά τις σημερινές προεδρικές εκλογές, αλλά και για το ωστικό κύμα που μπορεί να προκαλέσει η έκβασή τους. Ο ίδιος αυτός προβληματισμός επικρατεί στις αγορές και αποτυπώθηκε στις μεταβολές που εμφάνισε τις τελευταίες ημέρες το κόστος δανεισμού της Γαλλίας. Η ανησυχία ήταν συγκρατημένη μέχρι προσφάτως, χάρις στο δημοσκοπικό προβάδισμα του κεντρώου Εμανουέλ Μακρόν. Αρχισε, όμως, να εντείνεται από τη στιγμή που εμφανίστηκε ότι σημειώνουν άνοδο τα δημοσκοπικά ποσοστά του αριστερού υποψηφίου Ζαν-Λικ Μελανσόν, εφόσον δεν μπορεί πλέον να αποκλεισθεί το ακραίο σενάριο να είναι ο ένας από τους δύο που θα επικρατήσει σήμερα, με δεύτερη συνυποψήφια τη Μαρίν Λεπέν.

Επενδυτές και αναλυτές της αγοράς προεξοφλούν αρνητικές εξελίξεις στη γαλλική οικονομία, αλλά και κατ’ επέκτασιν στην οικονομία της Ευρωζώνης, αν επικρατήσει οποιοσδήποτε εκ των δύο αυτών υποψηφίων. Κι αυτό, γιατί οι προεκλογικές υποσχέσεις τους είναι στην περίπτωση της Λεπέν εχθρικές προς το ευρώ και στην περίπτωση του Μελανσόν εχθρικές προς τον επιχειρηματικό κόσμο: η υποψήφια του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου μιλάει για δημοψήφισμα με αντικείμενο την παραμονή της χώρας στο ευρώ και στροφή στον προστατευτισμό με πολιτικές που θα στηρίξουν την εγχώρια βιομηχανία, ενώ ο Μελανσόν προτείνει όχι μόνον διατήρηση του 35ώρου αλλά και μια έκτη εβδομάδα πληρωμένης ετήσιας άδειας, θέλει δε να επιβάλει κοινωνικά και περιβάλλοντικά κριτήρια στις εισαγωγές.

Ενδεικτικό της ανησυχίας, ειδικότερα για την περίπτωση τελικής επικράτησης της Μαρίν Λεπέν, είναι το σενάριο της JPMorgan που προβλέπει εκτίναξη του κόστους δανεισμού της Γαλλίας. Η υποψήφια του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου προτείνει τη μετατροπή του γαλλικού χρέους σε γαλλικά φράγκα, με την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί δημοψήφισμα που έχει επιτρέψει την επαναφορά του εθνικού νομίσματος και τη χρήση του παράλληλα με το ευρώ. Πρόκειται για χρέος ύψους σχεδόν 2 τρισ. ευρώ, που αντιπροσωπεύει το 96% του γαλλικού ΑΕΠ. Σύμφωνα, πάντα, με την JPMorgan, στην περίπτωση αυτή, η απόκλιση ανάμεσα στις αποδόσεις των γαλλικών δεκαετών ομολόγων και εκείνες των γερμανικών, που σήμερα βρίσκεται γύρω στις 80 μονάδες βάσης, θα υπερβεί τις 200 μ.β. εξωθώντας τη χώρα σε πτώχευση. Οι εταιρείες πιστοληπτικής αξιολόγησης θα υποβαθμίσουν τη Γαλλία, οι μετοχές της θα καταρρεύσουν και το ευρώ θα υποχωρήσει κατά 10% έναντι του δολαρίου.

Είναι, άλλωστε, γεγονός ότι οι επενδυτές επιδεικνύουν ήδη μεγάλη επιφυλακτικότητα προς τα γαλλικά ομόλογα, καθώς έχουν αιφνιδιαστεί δύο φορές το περασμένο έτος, από το Brexit και την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Δεδομένης, άλλωστε, της ανησυχίας για την έκβαση των γαλλικών προεδρικών εκλογών, Goldman Sachs, Deutsche Bank και Nomura Holdings συμβουλεύουν τους επενδυτές να πουλήσουν ομόλογα του γαλλικού Δημοσίου, ενώ το μεγαλύτερο fund ομολόγων στον κόσμο, το Pimco, χαρακτηρίζει «λογική προστασία» για τους επενδυτές να πουλήσουν ευρώ και να αγοράσουν ελβετικά φράγκα ενόψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών.

Χαμηλή ανάπτυξη

Η ανησυχία για την έκβαση των γαλλικών εκλογών είναι απόρροια του ειδικού βάρους της γαλλικής οικονομίας, που αντιπροσωπεύει το 15% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Η δεύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, πάντως, ήδη ασθμαίνει στην προσπάθειά της να ανακάμψει από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, με ισχνούς ρυθμούς ανάπτυξης που υπολείπονται σαφώς του ευρωπαϊκού μέσου όρου όπως επίσης και της Βρετανίας και των ΗΠΑ. Το περασμένο έτος το γαλλικό ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 1,1% όταν ο μέσος όρος ανάπτυξης στην Ε.Ε. έφτασε στο 1,8%. Από δημοσιονομικής απόψεως η Γαλλία έχει μεν περιορίσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα στο 3,4% το περασμένο έτος χάρις ώς ένα βαθμό στα ιστορικά χαμηλά επίπεδα των επιτοκίων της Ευρωζώνης, αλλά και στη μείωση των δημοσίων επενδύσεων και στην αύξηση των φόρων. Υφίσταται, όμως, τις επίμονες πιέσεις της Κομισιόν για περαιτέρω περικοπές δαπανών.

Πρόωρες εκλογές στη Βρετανία στη σκιά του Brexit

Είναι πολύ νωρίς για να εκτιμηθεί κατά πόσον η απόφαση της Βρετανίδας πρωθυπουργού να προκηρύξει πρόωρες εκλογές μπορεί να αποτελέσει τον αποσταθεροποιητικό παράγοντα που θα διαψεύσει τις αισιόδοξες εκτιμήσεις του ΔΝΤ για τη βρετανική οικονομία. Η «αβεβαιότητα» ήταν, πάντως, το αρνητικό στοιχείο στην εικόνα της βρετανικής οικονομίας όπως την αποτύπωσε το Ταμείο. Στην έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία, το ΔΝΤ αναθεώρησε για δεύτερη φορά προς τα πάνω τις προβλέψεις του για ανάπτυξη και πλέον μιλάει για αύξηση του βρετανικού ΑΕΠ κατά 2% το τρέχον έτος. Τον Ιανουάριο είχε προβλέψει ανάπτυξη 1,5% για τη βρετανική οικονομία.

Εν ολίγοις, το ΔΝΤ έχει αναιρέσει πλήρως τις προειδοποιήσεις που επαναλάμβανε πριν από το ιστορικό πλέον δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου του περασμένου έτους για τον κίνδυνο ύφεσης στη Βρετανία και κατάρρευσης του βρετανικού χρηματιστηρίου.

Ακόμη και για το επόμενο έτος, η πρόβλεψη του ΔΝΤ είναι πως η βρετανική οικονομία θα επιβραδυνθεί στο 1,5% σημειώνοντας την ίδια ανάπτυξη με τη Γερμανία, και αυτό θα οφείλεται στην άνοδο του πληθωρισμού που θα πλήξει τις καταναλωτικές δαπάνες. Στις εκτιμήσεις του ΔΝΤ δεν έχει βέβαια ληφθεί υπ’όψιν ο οικονομικός αντίκτυπος από τις πρόωρες εκλογές και τη γενικότερη αβεβαιότητα που απορρέει από τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις σε ευρωπαϊκές χώρες.

Δεν έχει, έτσι, ληφθεί υπ’ όψιν ούτε και το πώς μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις η εκτίναξη άνω του 2% που σημείωσε η στερλίνα τις ώρες μετά την προκήρυξη εκλογών. Παραδόξως, έχουν προηγηθεί εκτιμήσεις μεγάλων επενδυτικών ομίλων όπως η BlackRock, η Morgan Stanley και η UBS Wealth Management που προβλέπουν ενίσχυση του βρετανικού νομίσματος. Η BlackRock ειδικότερα προβλέπει διακυμάνσεις στην ισοτιμία του βρετανικού νομίσματος που θα επηρεάζεται από τις διαπραγματεύσεις, η Morgan Stanley συνιστά στους πελάτες της να αγοράσουν στερλίνες εκτιμώντας πως οι αγορές συναλλάγματος έχουν προεξοφλήσει τους κινδύνους από το Brexit και η UBS Wealth Management τους συμβουλεύει να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους αλλά και τις επενδύσεις τους στη Βρετανία.

Εχει, άλλωστε, προηγηθεί η ραγδαία υποτίμηση του βρετανικού νομίσματος τους μήνες αμέσως μετά το δημοψήφισμα, η οποία οδήγησε τον πληθωρισμό στο 2,3% τον Μάρτιο και ορισμένοι αναλυτές προβλέπουν πως ο δείκτης θα έχει υπερβεί το 3% στις αρχές του επόμενου έτους. Στην περίπτωση αυτή θα πληγεί η κατανάλωση στην οποία οφείλει έως τώρα την αντοχή της η βρετανική οικονομία. Σε ό,τι αφορά τον αντίκτυπο που θα έχουν στη βρετανική οικονομία οι πρόωρες εκλογές, σημαντική μερίδα αναλυτών προεξοφλεί την ενίσχυση των Συντηρητικών αλλά και της κ. Μέι προσωπικώς, και επομένως μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική σταθερότητα.

Σενάριο ήπιας αποχώρησης

Πολλοί αναλυτές προεξοφλούν πως μετά την ενίσχυσή της με νωπή λαϊκή εντολή, η Βρετανίδα πρωθυπουργός θα μπορέσει να αντιμετωπίσει όσους σκληροπυρηνικούς του κόμματός της προβάλλουν αντιρρήσεις σε οποιαδήποτε παραχώρηση προς την Ε.Ε. Συνάγουν, επομένως, το συμπέρασμα ότι αυξάνονται οι πιθανότητες ενός soft Brexit, μιας ήπιας διαδικασίας αποχώρησης της Βρετανίας από την Ε.Ε., μέσα σε ένα πλαίσιο διμερών συμφωνιών που θα διασφαλίζει τις προοπτικές της βρετανικής οικονομίας.

Στην προσδοκία για ένα soft Brexit βασίζονται, άλλωστε, ώς ένα βαθμό και οι αισιόδοξες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, που ευελπιστεί ότι «οι διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες θα προχωρήσουν χωρίς να προκαλέσουν υπερβολική αβεβαιότητα» και τελικά θα καταλήξουν κατά τρόπο που «να αποφευχθεί μια σημαντική αύξηση των οικονομικών φραγμών». Προβλέπει, ωστόσο, κάποια «αύξηση των εμποδίων στο εμπόριο και στη μετανάστευση καθώς και μια ενδεχόμενη συρρίκνωση του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών» στη χώρα.

Οι μεγαλύτερες πολυεθνικές τράπεζες σχεδιάζουν να μεταφέρουν προσωπικό και δραστηριότητές τους σε άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις ώστε να μπορούν να δραστηριοποιούνται στην ενιαία αγορά. Ανάμεσά τους, τα πλέον ηχηρά ονόματα του κλάδου όπως οι Goldman Sachs, Morgan Stanley, Citigroup, JPMorgan, Bank of America Barclays, UBS, Credit Suisse και Lloyd’s, που δρομολογούν τη μεταφορά χιλιάδων υπαλλήλων τους σε ευρωπαϊκές μητροπόλεις όπως η Φρανκφούρτη ή το Δουβλίνο.

Η συμβουλευτική Oliver Wyman εκτιμά πως ο κλάδος θα χάσει τουλάχιστον 35.000 θέσεις εργασίας και έσοδα ύψους 23,3 δισ. ευρώ. Παράλληλα, η αμερικανική πολυεθνική εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων Blackstone ετοιμάζεται να μετακομίσει στο Λουξεμβούργο, σειρά από αμερικανικές ασφαλιστικές προτίθενται να ιδρύσουν θυγατρικές στο Λουξεμβούργο, ενώ η εμβληματική Lloyd’s του Λονδίνου ετοιμάζει τα γραφεία της στις Βρυξέλλες.

Αβεβαιότητα και στην Ιταλία

Η Ιταλία αποτελεί ακόμη μία πηγή ανησυχίας για την Ευρωζώνη, καθώς θα μπορούσε να διακυβεύσει το μέλλον της. Δεν έχει ακόμη αποκλεισθεί το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, ακόμη και μέσα στους επόμενους μήνες. Η προοπτική αυτή προκαλεί ήδη ανησυχία στις αγορές καθώς ενισχύεται διαρκώς η επιρροή των κομμάτων που υποστηρίζουν την έξοδο από το ευρώ. Πρόκειται για κόμματα που καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσμα, από την ακροδεξιά Λέγκα του Βορρά μέχρι το Κίνημα 5 Αστέρων που προηγείται σταθερά στις δημοσκοπήσεις. Εξαιρουμένου μόνον του κυβερνώντος Δημοκρατικού Κόμματος που εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ του ευρώ, σχεδόν όλα τα πολιτικά κόμματα της Ιταλίας υπόσχονται να διεξαγάγουν δημοψήφισμα για την παραμονή στην Ευρωζώνη. Η δημοτικότητα πολιτικών που τάσσονται κατά του ευρώ άρχισε να αυξάνεται στη γειτονική χώρα από την αρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης, που μεγέθυνε και έφερε στο φως τα εγγενή προβλήματα της ιταλικής οικονομίας. Οι αναιμικοί ρυθμοί ανάπτυξής της επιβραδύνθηκαν περαιτέρω από τη στιγμή που η Ιταλία υιοθέτησε το ευρώ, και ουσιαστικά μηδενίστηκαν. Παράλληλα, το τραπεζικό της σύστημα ουσιαστικά παραπαίει. Ασφαλώς δεν είναι βέβαιο πως οι Ιταλοί ψηφοφόροι θα αποφασίσουν όντως να εγκαταλείψει το ευρώ η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης. Αν, όμως, αναδειχθεί ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση, θα είναι αρκετό και μόνον να προκηρύξει το επίμαχο δημοψήφισμα για να προκληθεί νευρική κρίση στις αγορές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ