Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Κατερίνα Παπακώστα
Νέο αίμα και παλιές σκνίπες

Τ​​ο πραγματικό εσωκομματικό πρόβλημα δεν ήταν αυτό που τάχα προκάλεσε η Κατερίνα Παπακώστα όταν ζήτησε την παραίτηση του Αδ. Γεωργιάδη, αναγκάζοντας τον πρόεδρο της Ν.Δ. να την αποσχηματίσει. Χωρίς τις προσπάθειες μιντιακής διόγκωσής του, το αυτοκαταστροφικό της διάβημα θα άφηνε ως απόηχο μόνο κάτι σαν τον ανεπαίσθητο συριγμό που παράγει η πρόσκρουση της σκνίπας στην εντομοπαγίδα.

Το πραγματικό εσωκομματικό πρόβλημα ήταν ότι ένα στέλεχος των προδιαγραφών της παλαιάς βουλευτού είχε βρει θέση στο σχήμα των τομεαρχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης – ένα σχήμα που συγκροτήθηκε με τα υλικά της μικρότερης κοινοβουλευτικής ομάδας στην ιστορία της Νέας Δημοκρατίας. Η Παπακώστα δεν ανήκει στις εξαιρέσεις. Ούτε το βιογραφικό της, ούτε η πολιτική κουλτούρα της, ούτε η σπουδή της να εκδηλώσει προεκλογική αγωνία την ξεχωρίζουν. Αντιθέτως, την κατατάσσουν σε ένα είδος που ευδοκιμεί στη «γαλάζια» πανίδα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρειάστηκε να αντιμετωπίσει πειθαρχικά αυτό το είδος. Το είχε κάνει στην περίπτωση του βουλευτή που ήθελε να ασκήσει δική του «εθνική πολιτική» για τη φέτα. Το είχε ξανακάνει όταν εξανάγκασε σε δημόσια μεταμέλεια έναν άλλο βετεράνο της Κ.Ο. για ομοφοβικές δηλώσεις του· αλλά και, πιο πρόσφατα, όταν απαίτησε από τα στελέχη του να αποσύρουν την ερώτησή τους για το «Τάμα του Εθνους».

Επιχειρώντας να ερμηνεύσουν αυτές τις προεδρικές κινήσεις, πολλοί τις υπερφορτίζουν με ιδεολογικό βάρος. Τις παρουσιάζουν σαν εντάσεις μεταξύ μιας φιλελεύθερης ηγεσίας που επιχειρεί να τιθασεύσει τις λαϊκοδεξιές έξεις της παράταξης. Ομως, ακόμη κι αν υπάρχει, το ιδεολογικό στοιχείο δεν είναι το κρίσιμο. Η Παπακώστα δεν διαφώνησε πολιτικά με τον Αδωνι Γεωργιάδη. Τον ανταγωνίστηκε προεκλογικά ως συνυποψήφιό της στη Β΄ Αθηνών. Ετσι και οι περισσότεροι από τους βουλευτές που βγαίνουν από το πλάνο της Πειραιώς: Δεν φταίει μόνο ότι εκπροσωπούν μια εκδοχή της Δεξιάς που φαίνεται αναχρονιστική σε σχέση με τα στάνταρ της μητσοτακικής ηγεσίας. Φταίει κυρίως ότι κινούνται σαν επιτηδευματίες της πολιτικής που, προσαρμοζόμενοι σε αυτά που αντιλαμβάνονται ως γούστα της πελατείας τους, καταλήγουν να επηρεάζουν τη φυσιογνωμία του κόμματος.

Οχι, το πραγματικό εσωκομματικό πρόβλημα δεν είναι ούτε η παλαιά –από την άποψη της πολιτικής ηλικίας– ούτε η λαϊκή Δεξιά. Είναι η επαγγελματική Δεξιά. Είναι ο αειθαλής λαϊκισμός των παραγόντων εκείνων που, ακριβώς επειδή ξέρουν τη «δουλειά», απειλούν να επιζήσουν της μετάγγισης του κόμματος με νέο αίμα.

Υπό άλλες συνθήκες θα υπήρχε χρόνος για αναδόμηση. Αλλά στις συνθήκες διαρκούς προεκλογικής περιόδου που επιβάλλει το στυλ διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, η Ν.Δ. δεν έχει την πολυτέλεια να στραφεί εντός της. Το σέρβις πρέπει να γίνει εν πλω, με τις μηχανές στο φουλ.

Νίκολας Μαδούρο
Μεταξύ Καράκας και Κουμουνδούρου

​​ούλα ή Τσάβες; Το ερώτημα πρωτοακούστηκε την περίοδο μετά τις ευρωεκλογές του 2014, όταν είχε αρχίσει ήδη να προεξοφλείται η ανάρρηση του Αλέξη Τσίπρα στην εξουσία. Ποιο από τα πρότυπα, που ο ίδιος είχε διαλέξει για τον εαυτό του, θα ακολουθούσε ο πολιτικός που έμελλε να γίνει ο πρώτος αριστερός πρωθυπουργός της Ευρωζώνης; Με τα κριτήρια εκείνων που διατύπωναν το ερώτημα, ο Βραζιλιάνος πρόεδρος ήταν η ωφέλιμη και ο Τσάβες η αυταρχική εκδοχή του λατινοαμερικανικού ποπουλισμού, από τον οποίο εμπνεόταν ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.

Η Ιστορία έδειξε ότι καμία από τις δύο εκδοχές δεν ήταν τελικώς άξια μίμησης. Η Ιστορία, όπως αιματηρά εκτυλίσσεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στους δρόμους του Καράκας, δικαιώνει όσους εξαρχής ισχυρίζονταν ότι οι λάτιν ουτοπίες του ΣΥΡΙΖΑ –και του ευρύτερου ευρωπαϊκού κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης– ήταν ακριβώς αυτό: ουτοπίες. Μοντέλα όχι εναλλακτικά, αλλά αντίθετα προς τη δυτική δημοκρατία, το θεσμικό και οικονομικό κεκτημένο της οποίας δεν θα μπορούσαν ποτέ να συναγωνιστούν. Πολλαπλές νεωτερικότητες δεν υπάρχουν.

Η συζήτηση αυτή θα έπρεπε σήμερα να ακούγεται εντελώς παρωχημένη. Αν κάποτε έστεκε η συσχέτιση του ΣΥΡΙΖΑ με το καθεστώς του Μαδούρο, ήταν το μακρύ εξάμηνο του 2015, όταν το κόμμα λειτουργούσε ακόμη σαν να πίστευε ότι μπορεί να μεταφυτεύσει εδώ το βενεζουελάνικο πείραμα.

Σήμερα η σύγκριση της –συμβιβασμένης με το ευρωπαϊκό πλαίσιο– κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με τη Βενεζουέλα ηχεί πια ως ρηχή δαιμονοποίηση. Είναι όμως μια σύγκριση που προκαλεί ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Την προκαλεί διά των στελεχών του που εξακολουθούν να εμφανίζονται ως απολογητές της εκτροπής. Την υποδαυλίζει επειδή προσκαλεί πανηγυρικά, με τιμές Αγίου Φωτός, το απολίθωμα του περονισμού –την πρώην πρόεδρο Κίρχνερ– στην Αθήνα. Τη δικαιολογεί με το προχθεσινό κομματικό ανακοινωθέν όπου κατηγορεί την αντιπολίτευση στη Βενεζουέλα επειδή δεν διαπραγματεύεται με τον Μαδούρο καλύτερες συνθήκες σφαγής.

Ποια σκοπιμότητα υπαγορεύει αυτήν την αλληλεγγύη προς ένα καθεστώς που –ό,τι κι αν πιστεύει κανείς γι’ αυτό– δεν μπορεί πια να είναι χρήσιμο παρά μόνο στον επικεφαλής του; Η πρόχειρη απάντηση είναι ότι επιβιώνει το παλαιό αντανακλαστικό της Αριστεράς που, επί Υπαρκτού, ήταν κάθε φορά έτοιμη να δικαιολογήσει το αίμα σαν γράσο στα γρανάζια της Ιστορίας.

Πρόκειται μάλλον για επιεική για τον ΣΥΡΙΖΑ απάντηση. Η στήριξη στον Μαδούρο μπορεί να οφείλεται και σε δογματισμό. Ομως, ο δογματισμός δεν αποκλείει τον κυνισμό. Το αντίθετο. Η ιδεοληψία μπορεί να συγκατοικεί αρμονικότατα με το συμφέρον. Στη σχέση Κουμουνδούρου - Καράκας δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει η αναλογία. Το μόνο που έχει ξεκαθαρίσει είναι ότι, ακόμη κι αν κάποιος το φαντάστηκε, δεν μπορεί να γίνει Μαδούρο στην Ελλάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ