ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η στυλάτη εξαγορά του 100% της Dior από τον κ. Αρνό

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΠΕΡΝΑΡΑΚΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι αναλυτές του κλάδου υψηλής ραπτικής και ειδών πολυτελείας κάνουν λόγο για μία επί μακρόν αναμενόμενη συμφωνία. Αλλοι μιλούν για ταιριαστή συγχώνευση με οικονομική βάση, βιωσιμότητα και καλές προοπτικές κερδών. Πρόκειται για την εξ ολοκλήρου εξαγορά του ομίλου συμμετοχών Christian Dior (και του ομώνυμου οίκου μόδας Christian Dior Couture) από τη LVMH/Louis Vuitton Moet Hennessy, τη μεγαλύτερη εταιρεία στον χώρο των ειδών πολυτελείας – κάποιοι μιλούν για την αυτοκρατορία του Γάλλου μεγιστάνα Μπερνάρ Αρνό, ο οποίος πληρώνει 12,1 δισ. ευρώ για να αποκτήσει και το εναπομείναν 25,9% του Christian Dior. Μέχρι πρότινος κατείχε το 74,1%, ενώ ήδη από τη δεκαετία του 1960 είχε υπό τον έλεγχό του τα αρώματα και τα καλλυντικά με το εμπορικό σήμα Dior, μια ιδιαίτερα κερδοφόρο δραστηριότητα. Οπότε με την τωρινή κίνησή του ο κ. Αρνό συνενώνει υπό τη στέγη του LVMH όλες τις επιμέρους δραστηριότητες με το σήμα του Christian Dior, ενός από τους εμβληματικούς μοδίστρους του 20ού αιώνα. Είναι ενδιαφέρον ότι στο πλαίσιο της συμφωνίας των 12,1 δισ. ευρώ, μόνο για το εμπορικό σήμα υψηλής ραπτικής Christian Dior Couture ο Γάλλος μεγιστάνας θα πληρώσει 6,5 δισ. ευρώ.

Ο Κριστιάν Ντιόρ ίδρυσε στο Παρίσι το 1946 τον οίκο του, ο οποίος γνώρισε ημέρες δόξας. Στην 70χρονη πορεία του έντυσε κινηματογραφικούς αστέρες, όπως η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και η Γκρέις Κέλι, ενώ νεότερες ηθοποιοί, όπως η Τζένιφερ Λόρενς και η Νάταλι Πόρτμαν, έγιναν τα πρόσωπα των διαφημίσεών του για αξεσουάρ και καλλυντικά. Ο Μπερνάρ Αρνό, ο οποίος είναι γνωστός για τη «συλλεκτική του μανία» να αποκτά εταιρείες-κοσμήματα, επιδιώκει να απλοποιήσει τις οργανωτικές δομές του LVMH. Η εξαγορά του υπόλοιπου ποσοστού του Christian Dior με τίμημα 260 ευρώ ανά μετοχή συμβάλλει σε αυτήν την κατεύθυνση. Ο κ. Αρνό διευκρίνισε πως «δίδεται η ευκαιρία να ικανοποιηθούν οι επενδυτές που ζητούσαν απλούστερες δομές στον LVMH και τόνωση του βραχίονα υψηλής ραπτικής και δερματίνων ειδών».

Η αντίδραση της αγοράς, μόλις μαθεύτηκε η συμφωνία, ήταν θετική, με τη μετοχή της LVMH να ανέρχεται 5% και του οίκου Dior 13%. Αναλυτές επισημαίνουν ότι «ως εταιρεία ο Christian Dior έχει οικονομική ευρωστία, το εμπορικό σήμα του είναι πανίσχυρο, ενώ με την εξαγορά του επανενώνεται η υψηλή ραπτική με τις πολύ κερδοφόρες ομώνυμες δραστηριότητες σε αρώματα και καλλυντικά». Ο οίκος Christian Dior Couture διατηρεί 198 καταστήματα σε περισσότερες από 60 χώρες σε όλο τον κόσμο, των οποίων οι πωλήσεις τα τελευταία χρόνια διπλασιάστηκαν. Ο Λούκα Σόλκα, αναλυτής της Exane BNP Paribas, υπογράμμισε, τέλος, πως η συμφωνία μειώνει το ρίσκο για τον LVMH.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ