ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η συμφωνία ίσως φέρει ανασχηματισμό

ΚΩΣΤΗΣ Π. ΠΑΠΑΔΙΟΧΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ΣΥΡΙΖΑ

Το τελευταίο του χαρτί για την ανάταξη του εις βάρος του πολιτικού κλίματος, που δεν είναι άλλο από τη «στροφή» της ελληνικής οικονομίας, είναι έτοιμος να παίξει ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στον απόηχο της ολοκλήρωσης της διαπραγμάτευσης και με διαφαινόμενη την υπερψήφιση των επώδυνων μέτρων από τις Κοινοβουλευτικές Ομάδες ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Ο πρωθυπουργός, κατά πληροφορίες, διαμορφώνει έναν πολιτικό σχεδιασμό που έχει ορίζοντα τουλάχιστον έως το φθινόπωρο του 2018, ώστε να στηριχθεί πολιτικά στο «δίπολο» ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αφενός έβγαλε –του χρόνου το καλοκαίρι– τη χώρα από την οκτάχρονη μνημονιακή περίοδο και αφετέρου οδήγησε στην επαναφορά της εργασιακής ομαλότητας. Ομως, προϋπόθεση για να επιτύχει τον στόχο του είναι η οικονομία να εισέλθει σε σταθερούς αναπτυξιακούς ρυθμούς και, παράλληλα, να διαπιστωθεί ότι είναι δυνατή η επίτευξη υψηλών πλεονασμάτων και τα επόμενα χρόνια, ώστε να διατηρηθεί η κυβερνητική ρητορική ότι από το 2019 πέραν των μέτρων θα εφαρμόζονται και τα αντίμετρα.

Υπ’ αυτήν την έννοια, παρά την κυρίαρχη αίσθηση ότι ο κ. Τσίπρας δεν εξετάζει στην παρούσα φάση πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως ο ανασχηματισμός, συνομιλητές του δεν αποκλείουν να προχωρήσει σε αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα, αμέσως μετά την τυπική ολοκλήρωση της συμφωνίας με τους εταίρους στο Eurogroup της 22ας Μαΐου. Οπως λέγεται χαρακτηριστικά, ο πρωθυπουργός δεν θα πρέπει να αφήσει να «χαθεί» η καλοκαιρινή περίοδος, αλλά να προβεί σε αλλαγές στο υπουργικό συμβούλιο που θα σηματοδοτούν τον σχεδιασμό του για την προσέλκυση επενδύσεων και το ξεδίπλωμα αναπτυξιακών πρωτοβουλιών, απαλλασσόμενος από υπουργούς - βαρίδια που σηματοδοτούν την «παλιά εικόνα του αριστερού ΣΥΡΙΖΑ του 3%». Εξάλλου, ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης θα μπορούσε να αποτελέσει μήνυμα αλλαγής σελίδας για την κυβέρνηση μετά το τέλος της διαπραγμάτευσης, αλλά και να απορροφήσει μέρος του πολιτικού κόστους που θα έχει η ψήφιση των επερχόμενων μέτρων και το οποίο έχει αρχίσει ήδη να αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η στόχευση του πρωθυπουργού να σηματοδοτήσει την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας τους επόμενους μήνες, δεν είναι βέβαιο ότι θα υλοποιηθεί.

Πρώτον, η επίτευξη ρυθμών ανάπτυξης της τάξεως του 2% του ΑΕΠ το 2017 είναι αμφίβολη μετά τη μεγάλη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης.

Δεύτερον, μένει να αποδειχθεί εάν είναι ρεαλιστική η επιδίωξη για πρωτογενές πλεόνασμα αντίστοιχο του περυσινού, με δεδομένα και τα κρυφά «βάρη» του προϋπολογισμού, όπως οι καθυστερήσεις στην επιστροφή φόρων ή στην απονομή συντάξεων.

Τρίτον, διότι παραμένει ασαφές πότε και για πόσο η χώρα θα μπει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή εάν ο αναμενόμενος συμβιβασμός μεταξύ Βερολίνου και ΔΝΤ για το χρέος θα αποτιμηθεί ως επαρκής από τις αγορές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με στελέχη της αντιπολίτευσης, ο σχεδιασμός του κ. Τσίπρα μπορεί να καταρρεύσει τους επόμενους μήνες και ο πρωθυπουργός να υποχρεωθεί από τις εξελίξεις να παραδώσει την «καυτή πατάτα» στον κ. Κυρ. Μητσοτάκη, παρά τη δεδομένη επιδίωξη για παράταση της παραμονής τού ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο κ. Τσίπρας θα κινηθεί με ορίζοντα την εξάντληση της τετραετίας ή τουλάχιστον το φθινόπωρο του 2018. Το φθινόπωρο του επόμενου έτους δεν αναφέρεται τυχαία από στελέχη όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης: Ο πρωθυπουργός θα αποφύγει την κατάρτιση του προϋπολογισμού του 2019, αλλά και την εφαρμογή των μέτρων για τις μειώσεις στις συντάξεις. Παράλληλα, περνώντας στα έδρανα της αντιπολίτευσης θα μπορέσει να επενδύσει στο σενάριο της λεγόμενης «δεξιάς παρένθεσης». Υπενθυμίζεται ότι τον Ιούνιο του 2019 είναι προγραμματισμένες οι επόμενες ευρωεκλογές και τον Φεβρουάριο του 2020 η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Οπότε, ο κ. Τσίπρας μπορεί να προσδοκά πως θα πάρει τη ρεβάνς από τον κ. Κυρ. Μητσοτάκη που προεξοφλείται πως –με ή χωρίς αυτοδυναμία– θα είναι ο νικητής των επόμενων εκλογών, όποτε και εάν τελικώς αυτές διεξαχθούν.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, στο μεσοδιάστημα η χώρα θα πορευθεί σε ένα σκηνικό έντονης πόλωσης, την οποία επιδιώκουν τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης προκειμένου να συσπειρώνουν τα εκλογικά τους ακροατήρια. Στη συγκεκριμένη, δε, κατεύθυνση ο κ. Μητσοτάκης θα διατηρεί πάντα στο προσκήνιο το αίτημα για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, τακτική που έχει υιοθετήσει πλέον και η κ. Φώφη Γεννηματά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ