ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Eσκόλ Νεβό: «Με ενδιαφέρει να γράφω για ταμπού της κοινωνίας»

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Ισραηλινός συγγραφέας Εσκόλ Νεβό αναρωτιέται: «Είναι μεγάλο το ερώτημα: Σε ποιους λέμε τα μυστικά μας;».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Είναι πολύ περίεργο που, ενώ είμαι αρκετό καιρό μακριά από τα παιδιά μου, με την τεχνολογία είμαι κοντά. Τις βλέπω καθημερινά τις κόρες μου στο Skype», μου λέει ο Εσκόλ Νεβό, ο Ισραηλινός συγγραφέας που επισκέφθηκε τη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης αλλά και την Αθήνα, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του νέου του βιβλίου «Τρεις όροφοι» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ενώ έχει κάνει διακοπές στην Κρήτη, αυτή είναι η παρθενική του επίσκεψη ως συγγραφέα, και μάλλον δεν θα είναι η τελευταία, αν κρίνουμε από την ενθουσιώδη υποδοχή των βιβλίων του σε Ιταλία και Ισπανία. Ο 46χρονος συγγραφέας, πατέρας τριών κοριτσιών και διευθυντής μιας από τις μεγαλύτερες σχολές δημιουργικής γραφής στο Ισραήλ, μιλάει στην «Κ» για την ψυχολογία, τη σχέση με τις κόρες του, καθώς και την πολιτική κατάσταση στη χώρα του.

– Σπουδάσατε ψυχολογία;

– Ναι, οι γονείς μου είναι ψυχολόγοι επίσης. Ολοκλήρωσα τις προπτυχιακές σπουδές και μετά στην αναζήτηση μεταπτυχιακού απέτυχα. Είχε ήδη όμως μπει η αμφιβολία μέσα μου. Σε εκείνο το δύσκολο σταυροδρόμι ξεκίνησα σπουδές δημιουργικής γραφής και τότε συνειδητοποίησα ότι θέλω να γράφω. Ηταν μια απόφαση που προερχόταν από το Εκείνο, για να μιλήσουμε με όρους φροϊδικούς, από το ασυνείδητο, παρόλο που το Υπερεγώ μου φώναζε ότι κάνω τεράστιο λάθος. Δεν το μετάνιωσα ποτέ.

– Οι «Τρεις όροφοι» είναι εμπνευσμένοι από το διαχωρισμό του υποκειμένου κατά Φρόιντ, το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ. Πώς ήρθε αυτή η σκέψη;

– Δεν ήταν προσχεδιασμένη η γραφή σύμφωνα με αυτό το πρότυπο. Δεν ξεκίνησα από μια κατασκευή ή ένα πλάνο. Το βιβλίο ξεκίνησε από την εξομολόγηση ενός ήρωα που μου ήρθε στο μυαλό και σιγά σιγά δομήθηκε.

– Διαβάζοντάς το, μου ήρθαν στο μυαλό και τα τρία ψυχοσεξουαλικά στάδια κατά Φρόιντ. Θα μπορούσαν οι ιστορίες σας να έχουν επίκεντρο το στοματικό, το πρωκτικό και το φαλλικό στάδιο.

– Μου αρέσει πολύ η παρατήρησή σας. Για αυτό έχει μεγάλη σημασία να μιλάς με ψυχαναλυτές για τα βιβλία σου. Μου επιτρέπετε να το χρησιμοποιώ στις παρουσιάσεις μου (γέλια); Εχει μεγάλη σημασία η συζήτηση γύρω από τα βιβλία, στο Τελ Αβίβ αυτή την περίοδο ανεβαίνουν δύο θεατρικά με αφορμή τις ιστορίες του πρώτου και του τρίτου ορόφου, και πολλοί ψυχαναλυτές συζητούν με το κοινό για τα θέματα που θίγονται. Στο θεατρικό έχουν αλλάξει το όνομα του πρώτου ήρωα από Αρνο σε Οιδί, από τον Οιδίποδα. Αυτό που αναζητώ είναι να περιγράψω και στα βιβλία, όπως συμβαίνει και στην ψυχανάλυση, αυτήν τη συνεχή εσωτερική πάλη που βιώνει ο άνθρωπος για τα κεντρικά ζητήματα της ζωής του.

– Γράφετε σε πρώτο πρόσωπο. Είναι όλες οι ιστορίες σαν εξομολογήσεις.

– Ναι, γιατί υπάρχει πάντα ένα δεύτερο πρόσωπο που ακούει. Δεν είναι μόνον εξομολογήσεις, είναι μια σχέση. Η ιστορία αφορά τη δυάδα. Με ενδιαφέρει σε όλα μου τα βιβλία η κατανόηση και πώς αυτό επιστρέφει μέσα από τα μάτια του άλλου. Είχα πολλές συζητήσεις με ψυχολόγους όταν βγήκε το βιβλίο, γιατί ασκώ κριτική με έναν τρόπο στο επάγγελμα, και ο πρώτος ήρωας επισκέπτεται έναν ψυχολόγο από τον οποίο φεύγει απογοητευμένος. Και εκεί αναπτύσσεται μια σχέση όπου υπάρχει αρκετή καχυποψία, γιατί ο ψυχολόγος έρχεται σαν φορέας μιας αλήθειας και υπάρχει πάντα και το ζήτημα της υπερβολικής αμοιβής. Στο Ισραήλ είναι δύσκολο να πάει σε έναν ειδικό μια μέση οικογένεια, είναι πολύ ακριβές οι επισκέψεις. Στη δεύτερη ιστορία, η ηρωίδα τηλεφωνεί στη θεραπεύτριά της και εκείνη είναι νεκρή.

Επίσης, υπάρχει στους θεραπευόμενους η φαντασίωση ότι ο θεραπευτής μάς περιμένει πάντα, μας αγαπάει, μας προτιμάει από τους άλλους ασθενείς του. Και στην τρίτη ιστορία κατηγορούν την ψυχολόγο ότι διέλυσε την οικογένεια και εκεί υπάρχει τεράστια οργή που καταλήγει σε έναν τηλεφωνητή. Είναι μεγάλο το ερώτημα: σε ποιους λέμε τα μυστικά μας;

– Σε ποιους τα λέμε τελικά;

– Νομίζω κάθε φορά επιλέγεις και κάποιον διαφορετικό, ανάλογα με το μυστικό.

– Στους ερωτικούς μας συντρόφους λέμε τα μυστικά μας;

– Κάποια μυστικά δεν τα λέμε. Ενας αναγνώστης στο Μιλάνο μου είπε ότι διαβάζοντας ένα βιβλίο μου μπόρεσε να συγχωρήσει τον εαυτό του. Πιστεύω ότι αυτό είναι ό,τι σημαντικότερο μου είπε ποτέ αναγνώστης, και ίσως είναι ένας λόγος που δεν λέμε τα πάντα στους συντρόφους μας.

– Περιγράφετε πολύ συχνά στα βιβλία σας τη γονεϊκότητα. Πώς είναι η δική σας εμπειρία ως πατέρας;

– Εχω τρεις κόρες. Η μεγάλη είναι ήδη 14 ετών. Ημουν έτοιμος να γίνω πατέρας πολύ πριν να είμαι έτοιμος να γίνω σύζυγος. Από τα 25 μου ήθελα παιδί, αλλά δεν ήθελα φυσικά να παντρευτώ. Στα 33 μου έκανα την πρώτη μου κόρη και ένιωθα ότι όλα είναι απλά και κυρίως διασκεδαστικά. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μου έλεγαν ότι είναι δύσκολο να είσαι γονιός. Οσο περνούσαν τα χρόνια, κατάλαβα τι εννοούσαν. Στις καλές στιγμές μιας οικογένειας βλέπεις όλα τα όμορφα στοιχεία της ψυχής σου, αλλά, όταν κάτι δεν πάει καλά, τότε ξαφνικά όλα τα άσχημα έρχονται στην επιφάνεια, και ο γάμος είναι μια διαδικασία όπου ξεσκίζονται οι σάρκες. Οταν ξεκίνησα να γράφω τους «Τρεις ορόφους», τίποτα δεν με έκανε να αισθάνομαι ότι γράφω κάτι αυτοβιογραφικό. Τώρα όμως βλέπω ότι ήθελα να μιλήσω για κάτι δικό μου, για μια κατάσταση που δεν μοιάζει καθόλου παραδεισένια.

– Μεγαλώσατε με διπλωμάτη παππού που ενεπλάκη ενεργώς στην πολιτική. Είστε πολιτικοποιημένος;

– Δεν μπορείς να απέχεις από την πολιτική όταν ζεις στο Ισραήλ. Είναι λίγο μοίρα, όταν βιώνεις τόσες αναταραχές, βία, το Παλαιστινιακό κ.λπ., αυτό δεν σημαίνει ότι με ενδιαφέρει να είναι όλα τα βιβλία μου πολιτικά, όπως δεν έχω πιάσει σε βιβλίο μου το Παλαιστινιακό. Δυστυχώς αυτήν τη στιγμή δεν βρίσκω τίποτα θετικό στην κυβέρνηση που έχουμε. Παλαιότερα, ακόμα και εάν διαφωνούσες, έβρισκες κάτι θετικό. Με ενδιαφέρει πάντα να αποτυπώνω το ιδιωτικό και πώς επηρεάζεται από το κοινωνικό, από το περιβάλλον και την ιστορία μέσα στα οποία ζουν οι ήρωες.

​​Το μυθιστόρημα «Τρεις όροφοι» του Εσκόλ Νεβό κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Λουίζας Μιζάν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ