ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενας «Αρμαγεδδών» χτύπησε τις λιανικές πωλήσεις στην Ελλάδα

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το σαθρό υπόβαθρο της ιδιωτικής κατανάλωσης, στο οποίο εξακολουθεί να βασίζεται η οικονομική δραστηριότητα στη χώρα, όχι μόνον δεν είναι βιώσιμο αλλά απειλεί κι άλλο την οικονομία. Αντί η χώρα να αυξάνει την εξαγωγική και παραγωγική της δραστηριότητα και να προσελκύει επενδύσεις, η συνεισφορά της διαρκώς συρρικνούμενης κατανάλωσης στο ΑΕΠ μεγεθύνεται! Πρόκειται για φαύλο κύκλο, που προφανώς οδηγεί στο μηδέν. Τα ανησυχητικά στοιχεία έρχονται στο προσκήνιο από τις τελευταίες μελέτες των PwC, της NAI Hellas και του τομέα μακροοικονομικής ανάλυσης του ΣΕΒ.

Συγκεκριμένα, από το 2009 έως το 2016, οι επενδύσεις ως ποσοστό επί του ΑΕΠ στην Ελλάδα απομακρύνθηκαν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δημιουργώντας, σύμφωνα με την PWC, ένα διευρυνόμενο επενδυτικό κενό της τάξης των 540 δισ. ευρώ. Το ίδιο διάστημα ο δείκτης λιανικών πωλήσεων υποχώρησε κατά 29,7%, σύμφωνα με στοιχεία της ελληνικής στατιστικής αρχής που επεξεργάστηκε η NAI Hellas. Ακόμα, όμως, και με αυτή τη μεγάλη πτώση των λιανικών πωλήσεων, που σε επιμέρους κλάδους είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, το ποσοστό της κατανάλωσης στην συνολική οικονομική δραστηριότητα αυξήθηκε.

Ειδικότερα, η ιδιωτική κατανάλωση, ενώ μειώθηκε από 161,8 δισ. το 2009 σε 124 δισ. το 2016, ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε από 68% το 2009 σε 71% το 2016, σύμφωνα με τα στοιχεία του τομέα μακροοικονομικής ανάλυσης του ΣΕΒ. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται τόσο στην απουσία άλλων κινητήριων μοχλών της οικονομίας όσο και στο γεγονός πως «η αρνητική αποταμίευση προστάτεψε την ιδιωτική κατανάλωση από την πτώση του ΑΕΠ», όπως χαρακτηριστικά εξηγούν οι οικονομολόγοι.

Αλλά τα στοιχεία από την αποταμίευση, το διαθέσιμο εισόδημα και τη μακροπρόθεσμη συμπεριφορά των δεικτών λιανικών πωλήσεων δεν επιτρέπουν την παραμικρή αισιοδοξία πως η κατανάλωση μπορεί να συνεχίσει να στηρίζει το ΑΕΠ, έστω και βραχυπρόθεσμα. Είναι χαρακτηριστικό πως στην επταετία 2009-2016 οι λιανικές πωλήσεις τροφίμων είχαν υποχωρήσει κατά 21,6%, μαρτυρώντας σε τι εύρος έχει χτυπήσει η κρίση ακόμα και αυτόν τον βασικό τομέα. Στα σούπερ μάρκετ η πτώση των πωλήσεων στο ίδιο διάστημα είναι της τάξης του 19,7%. Τα έπιπλα, οι ηλεκτρικές συσκευές και ο οικιακός εξοπλισμός παρουσίασαν την υψηλότερη πτώση (-55%), ακολουθούμενα από τις λιανικές πωλήσεις εκτός καταστημάτων (-50,6%). Τα ενδύματα και τα υποδήματα μειώθηκαν συνολικά κατά -39,3%.

Το 2016 το μέσο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μειώθηκε κατά -1,3%, όταν η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,4%, οδηγώντας το μέσο ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών, που βρίσκεται σε αρνητικό πεδίο από το 2013 και μετά, στο χαμηλότερο επίπεδο της πρόσφατης οικονομικής ιστορίας (- 9,4%), δείχνουν τα στοιχεία του ΣΕΒ. «Το μέγεθος αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ ιδιωτικής κατανάλωσης, καταγράφεται διαθέσιμο εισόδημα 91,4. Η επιπλέον κατανάλωση των 8,6 καλύπτεται προφανώς από άδηλους πόρους», σημειώνουν οι οικονομολόγοι του ΣΕΒ. «Τα νοικοκυριά, όχι μόνο έχουν σταματήσει πλέον να αποταμιεύουν, αλλά και λόγω της αυξημένης φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης είτε φοροδιαφεύγουν περισσότερο είτε χρησιμοποιούν συσσωρευμένες αποταμιεύσεις ρευστοποιώντας ακίνητα ή αντλώντας ρευστά διαθέσιμα από καταθέσεις που μετέφεραν στο εξωτερικό ή εν γένει εκτός εγχωρίου τραπεζικού συστήματος, σε σεντούκια, θυρίδες κ.λπ.».

Το 2009, με συνολικά εισοδήματα 221 δισ. (μισθοί, αμοιβές, ενοίκια 172 δισ., συντάξεις και κοινωνικές μεταβιβάσεις 48 δισ.), οι φόροι (13 δισ.) και οι εισφορές (34 δισ.) αντιπροσωπεύουν το 5,9% και το 15,4% αντιστοίχως των συνολικών εισοδημάτων. Το 2016, με συνολικά εισοδήματα 154 δισ. (μισθοί, αμοιβές, ενοίκια, 115 δισ., συντάξεις και κοινωνικές μεταβιβάσεις 38 δισ.), οι φόροι (11 δισ.) και οι εισφορές (28 δισ.) αντιπροσωπεύουν το 7,1% και 18,2% αντιστοίχως των συνολικών εισοδημάτων. Ως αποτέλεσμα της μεγαλύτερης επιβάρυνσης από φόρους και εισφορές, ενώ τα συνολικά εισοδήματα μειώθηκαν κατά -30,3%, το διαθέσιμο εισόδημα μειώθηκε κατά -34,6%. Η ιδιωτική κατανάλωση μειώθηκε, όμως, πολύ λιγότερο, κατά -23,4% λόγω, κυρίως, της αρνητικής αποταμίευσης το 2016 (-10,6 δισ.), έναντι θετικής αποταμίευσης το 2009 (+11,5 δισ.).

Την ίδια ώρα εμφανίζεται αδύνατη η συστηματική προσέλκυση σημαντικών ξένων κεφαλαίων στην οικονομία ώστε να τεθεί τέλος στο καταναλωτικό μοτίβο της. Αυτή η απουσία ξένων επενδύσεων θα μπορούσε να αντισταθμιστεί μόνον με ελληνικά κεφάλαια τα οποία όμως, όπως γίνεται αντιληπτό, δεν υπάρχουν πλέον διαθέσιμα ως χρηματοδοτήσεις ούτε στις τράπεζες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ