Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Eγώ πότε θα γίνω μάνα;

MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Για όσους με γνωρίζουν, αυτή η ερώτηση θα τους φανεί μάλλον περίεργη. Και θα σας εξηγήσω γιατί: Έχω τρία παιδιά, δέκα, επτάμισι και πεντέμισι ετών. Έχω κάνει τρεις εγκυμοσύνες, έχω αντέξει τρεις πολύωρους τοκετούς, έχω θηλάσει άπειρους μήνες, έχω ξενυχτήσει, έχω αλλάξει χιλιάδες πάνες, έχω σιδερώσει χιλιάδες ρουχαλάκια, έχω πολτοποιήσει κιλά φρούτων και φαγητού. Έχω περιποιηθεί τραύματα, δώσει φάρμακα, τρέξει σε νοσοκομεία, κάνει τον γύρο του κόσμου σε χιλιόμετρα από και προς δραστηριότητες, κολλήσει εκατοντάδες χαρτάκια post it σε κάθε πιθανό και απίθανο μέρος, για να θυμηθώ σχολικές εκδρομές και αιτήσεις, φασόλια και κουτιά διαφόρων διαστάσεων για τις κατασκευές. Έχω σπρώξει καρότσια και ποδήλατα σε άθλια πεζοδρόμια, έχω σπρώξει σε κούνιες και ανεβάσει σε τσουλήθρες και παίξει ποδόσφαιρο και φτιάξει παζλ και οργανώσει πάρτι ψήνοντας άπειρα τυροπιτάκια και ετοιμάζοντας μπόμπες, κεφτεδάκια και τούρτες.

Όλα αυτά όμως με κάνουν μάνα; Ποια και πόσα από αυτά προσμετρώνται; Πότε παίρνω την «επάρκεια» ή την... άδεια άσκησης του επαγγέλματος; Ή μήπως απλά όσα χρόνια κι αν περάσουν θα κάνω πρακτική; Και ποιος θα αποφασίσει ότι «αποφοίτησα», ότι είμαι «επαγγελματίας»; Εγώ, ο σύντροφός μου, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, οι άλλοι γονείς -φίλων, συμμαθητών, τυχαίες γνωριμίες της παιδικής χαράς-, οι δάσκαλοι, οι γείτονες;

Γιατί, εκτός όλων των άλλων, έχω μαλώσει, έχω απογοητεύσει, έχω κάνει λάθη, έχω λείψει, δεν ήμουν εκεί όταν με ήθελαν, δεν μπορούσα να είμαι παρούσα κάποιες φορές που έπρεπε, δεν ήξερα τι να κάνω όταν χρειαζόταν δράση, τι να πω όταν ζητούνταν απαντήσεις, πώς να παρηγορήσω όταν σούφρωναν τα παιδικά χειλάκια και δάκρυζαν τα ματάκια. Και ακόμη δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι να επιτρέψω και τι να απαγορεύσω, πόσες μάχες να δώσω μέχρι τελικής πτώσεως, πόσες να μη δώσω καν και σε ποιες να παραδεχτώ ήττα με συνοπτικές διαδικασίες. Δεν ξέρω πόσο πρέπει να προστατεύσω και πόση ελευθερία να δώσω, πόσο κοντά να είμαι ή ποια απόσταση είναι η ενδεδειγμένη για να μην καταπιέσω τη φαντασία, τον αυθορμητισμό, την ξεγνοιασιά τους. Ομολογώ ότι μου ξεφεύγουν «κακές λέξεις», ότι περνάω λάθος μηνήματα, ότι βάζω «συνέπειες», ότι θυμώνω, ότι τα αφήνω να κινδυνεύουν! Ότι δεν θυμάμαι τη δοσολογία όλων των ειδών αντιπυρετικών, ότι μερικές φορές από την κούραση δεν ξυπνάω να ελέγξω τον βραδινό πυρετό, ότι έχω ξεχάσει να πάω στον παιδίατρο για εμβόλιο. Ότι έχουν πάει στο σχολείο με ασιδέρωτα ρούχα και μερικές φορές -εκεί γύρω στον Απρίλιο- με τρυπημένες φόρμες. Ότι μερικές φορές για μεσημεριανό τρώνε τοστ! Ότι -φοβάμαι να το πω- δεν κάνουν μπάνιο κάθε μέρα!

Δέκα χρόνια λοιπόν αφότου απέκτησα το πρώτο μου παιδί και με διάφορα φωτογραφικά στιγμιότυπα και αναμνηστικά να μου θυμίζουν όλους τους σταθμούς αυτής της πορείας, απόδειξη της προσπάθειας τουλάχιστον που κατέβαλα, είμαι πια μάνα; Ο ενοχικός μου εαυτός, τα κοινωνικά πρότυπα, η παραδοσιακή εικόνα της μητέρας, που ακόμη δεν λέει να ξεθωριάσει και μου θυμίζει σε κάθε βήμα τι δεν είμαι και τι δεν κάνω, μάλλον θα απαντούσαν όχι. Και ίσως, αν υπήρχαν εξετάσεις γονιών, να αποτύγχανα, γιατί δεν έχω διαβάσει τη θεωρία, δεν ξέρω τα SOS του καλού γονιού, δεν έχω στη βιβλιοθήκη μου ράφι με βιβλία για το πώς γίνεται κανείς καλύτερος πατέρας ή μητέρα. Σε αυτή την ερώτηση είναι πολύ πιθανόν, όπως καταλαβαίνετε, ότι δεν θα πάρω ποτέ απάντηση. Η μικρή μου κόρη τουλάχιστον με παρηγόρησε τις προάλλες: «Πάντως εγώ, μαμά μου, θα σε αγαπώ ό,τι κι αν γίνει». Ε, όσο να πει κανείς αισθάνθηκα λίγο μάνα! ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ