ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Να αποφασίζει κατά πλειοψηφία η Ευρώπη και όχι ομόφωνα»

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Ο καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του American University Ρ. Χένινγκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ - ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Στη συνέντευξή του στην «Κ», ο καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του American University Ράνταλ Χένινγκ υποστηρίζει πως η συνεργασία των διαφορετικών θεσμών στα ευρωπαϊκά προγράμματα διάσωσης ήταν γενικά αποτελεσματική, αλλά και ότι το περίπλοκο πλέγμα των θεσμών –που τονίζει ότι είναι πολύ περισσότεροι από την τρόικα– εξυπηρέτησε τελικά τα συμφέροντα των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών χωρών.

Με αφορμή τη δημοσίευση του βιβλίου του με τίτλο «Tangled Governance» (Μπερδεμένη διακυβέρνηση), ο κ. Χένινγκ υποστηρίζει ότι για να υπάρξει ευρωπαϊκή εναλλακτική στο ΔΝΤ, χρειάζεται περαιτέρω πολιτική ενοποίηση, κάτι που επί του παρόντος δεν υπάρχει. Γι’ αυτό και προβλέπει ότι και στην επόμενη κρίση, η Ευρώπη θα στραφεί και πάλι στο ΔΝΤ.

Το ευρωπαϊκό ΔΝΤ

Αν και συμφωνεί με την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό ΔΝΤ, το οποίο εκτιμά ότι θα είναι καλό για την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και το ΔΝΤ, θεωρεί ότι «δεν έχουν όλοι το ίδιο πράγμα στο μυαλό τους όταν ζητούν κάτι τέτοιο». Οπως τονίζει, αυτό που είναι κρίσιμο για τη μετεξέλιξη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) «είναι η Ευρώπη να ξεπεράσει την ομοφωνία και τη διαπραγμάτευση μεταξύ κυβερνήσεων, που αυτή τη στιγμή χαρακτηρίζει τις αποφάσεις για τη χορήγηση οικονομικής βοήθειας».

Αν ο ESM έπαιρνε αποφάσεις με πλειοψηφία, «θα μπορούσε να αποφύγει κανείς το φαινόμενο να έχεις μια χώρα που ενόψει εκλογών καθυστερεί όλη τη διαδικασία», λέει σε μια έμμεση αναφορά στη Γερμανία. Αυτό όμως σημαίνει μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση στην Ευρώπη και η πολιτική κατάσταση εκτιμά ότι δεν ευνοεί κάτι τέτοιο επί του παρόντος: «Αν μπορεί να γίνει, θα ήταν φανταστικό. Αλλά είναι δύσκολο να είναι κανείς αισιόδοξος ότι μπορεί να συμβεί πριν από την επόμενη κρίση, όποτε και αν έλθει αυτή».

Μια κρίση, εξάλλου, εκτιμά ότι θα αναγκάσει και τη νέα αμερικανική κυβέρνηση να ξεκαθαρίσει τη στάση της έναντι του ΔΝΤ. Οπως λέει, «η διακυβέρνηση Τραμπ ακόμη προσπαθεί να αποφασίσει τι στάση θα κρατήσει σε μελλοντικά προγράμματα και πώς θα χρησιμοποιήσει το ΔΝΤ ως εργαλείο για τη διεθνή οικονομική πολιτική». Θυμίζει όμως την πρώτη διακυβέρνηση του προέδρου Ρέιγκαν, ο οποίος ξεκίνησε με μια εχθρική ρητορική έναντι των διεθνών οργανισμών, και εκτιμά ότι «το ίδιο μπορεί να πει κανείς για αυτή τη διακυβέρνηση, η οποία όμως είναι διχασμένη μεταξύ των ιδεολόγων και των πραγματιστών». Αλλά όπως και στην περίπτωση του Ρέιγκαν η μεξικανική κρίση χρέους τον ανάγκασε να αλλάξει γνώμη, αυτό που θεωρεί ότι θα στρέψει και τον πρόεδρο Τραμπ στον πραγματισμό είναι μια νέα οικονομική κρίση. Οπως εξηγεί, «εάν δεν υπήρχε συμφωνία για την Ελλάδα, για παράδειγμα, η αστάθεια θα μπορούσε να διαδοθεί στην αμερικανική αγορά και αυτό θα προκαλούσε την προσοχή της κυβέρνησης πολύ γρήγορα. Ακόμη περισσότερο, μάλιστα, καθώς οι αγορές είναι αισιόδοξες ότι θα υπάρξει συμφωνία». Σε μια τέτοια περίπτωση, θεωρεί ότι και ο πρόεδρος Τραμπ θα κατέφευγε στο ΔΝΤ για ένα τρίτο ελληνικό πρόγραμμα.

H μετάδοση της κρίσης

Ο κ. Χένινγκ μελέτησε για το βιβλίο του όλα τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις πολιτικές της κυβέρνησης Ομπάμα, και θυμίζει ότι οι Αμερικανοί υποστήριξαν τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα για να αποφύγουν τη μετάδοση της κρίσης. Πόσο αποτελεσματική ήταν όμως η συνεργασία των θεσμών και η λειτουργία της τρόικας στα ευρωπαϊκά προγράμματα; «Λειτούργησαν αποτελεσματικά όταν είχαν να κάνουν με μια κυβέρνηση που πίστευε στο πρόγραμμα και για όσο υπήρχε κυβερνητική σταθερότητα. Οταν αυτά χάνονται, τότε υπάρχει πίεση όχι μόνο με τη χώρα αλλά και μεταξύ των πιστωτών, που έχουν διαφορετική εικόνα για τον ρόλο της πολιτικής στη στρατηγική τους. Ενώ είναι πολύ καλοί στο να επιλύουν τις τεχνικές διαφορές, διχάζονται στα μεγάλα θέματα». Οπως λέει ο κ. Χένινγκ, «όταν λοιπόν φτάνουμε στο ζήτημα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, εκεί είναι που η συνεργασία γίνεται δύσκολη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για παράδειγμα, είναι περισσότερο διατεθειμένη να δείξει ευαισθησία στην εσωτερική πολιτική κατάσταση στη χώρα και να αντιμετωπίσει το πρόγραμμα αντίστοιχα, αλλά όχι και το ΔΝΤ».

Πρωταγωνιστικός ο ρόλος του ΔΝΤ

Ο καθηγητής Χένινγκ απορρίπτει το επιχείρημα ότι το ΔΝΤ είχε δευτερεύοντα ρόλο στα ευρωπαϊκά προγράμματα. Οπως λέει χαρακτηριστικά, «η επιρροή του ΔΝΤ στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή των προγραμμάτων είναι πολύ μεγαλύτερη από την οικονομική συνεισφορά του». Αλλά στο ερώτημα ποιος επικρατεί τελικά, ο ίδιος έχει βγάλει το συμπέρασμά του: θεωρεί ότι επικράτησαν οι πιστώτριες χώρες της Ευρωζώνης και ιδιαίτερα η Γερμανία, η οποία εκτιμά ότι έχει υπάρξει πολύ αποτελεσματική στον χειρισμό αυτών των θεσμών ή ακόμη και στην επιλογή τους (θυμίζει ότι ήταν η Γερμανίδα καγκελάριος που προώθησε τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα το 2010, με βάση την εκτίμηση που έκανε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θα εκπροσωπούσε επάξια τα συμφέροντα των πιστωτών, καθώς είχε αποστολή την προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και των συμφερόντων της Ε.Ε. συνολικά).

Οπως εκτιμά, εξάλλου, σε μια αναφορά και στις σημερινές διαπραγματεύσεις, είναι οι πιστώτριες «χώρες-κλειδιά που τελικά λύνουν τα δύσκολα θέματα, όπως την ελάφρυνση του χρέους. Αυτές λοιπόν είναι που βάζουν το δάχτυλό τους στη ζυγαριά μέχρι το αποτέλεσμα να τους αρέσει».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ